Ένα μικρό αφιέρωμα στον punk ήχο της Νέας Υόρκης, μέσω τραγουδιών που εξέφρασαν το χαοτικό μητροπολιτικό περιβάλλον και τις κοινωνικές ανισότητες μιας άλλης Αμερικής, μεταξύ 1967 και 1983…

Μπορεί το punk ως «brand» να καθιερώθηκε και να απέκτησε γιγάντιες διαστάσεις στη Μεγάλη Βρετανία, ιστορικά, όμως, είναι τα αμερικανικά εδάφη και οι νέοι οι οποίοι κατοικούσαν εκεί που καρπώνονται τη μητρότητα αυτού του μουσικού (και κατ’ επέκταση κοινωνικού) φαινομένου. Ήδη από τα 1950s, κάποια από τα rock ‘n’ roll κομμάτια ήταν πιο αλήτικα, βρώμικα και γρέζα, ενώ στα 1960s τόσο στο garage, όσο και στην ψυχεδέλεια το αντικομφορμιστικό στοιχείο βρήκε το καλύτερο έδαφος για να αναπτυχθεί. Στα 1970s, πάλι, έχουμε την πλήρη ανάπτυξη και ανθοφορία του, με το δεύτερο μισό της δεκαετίας να είναι κι εκείνο που συνδέεται άρρηκτα με κάθε punk έκφανση και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Η Νέα Υόρκη δεν θα μπορούσε φυσικά να λείπει από την όλη διαδικασία. Ο μητροπολιτικός της χαρακτήρας, το χαοτικό αστικό περιβάλλον, οι κοινωνικές ανισότητες και η ποικιλομορφία πολιτισμικών αναφορών εκδηλώθηκαν μέσα από τις μουσικές της πόλης και την περίφημη punk σκηνή της, πριν ακόμα το punk υπάρξει σαν επίσημη ορολογία (αλλά και αφού αυτό συνέβη).

Παρακάτω ακολουθούν λοιπόν 15 κομμάτια από το Μεγάλο Μήλο, χωρίς να υφίσταται κάποιος συγκεκριμένος συσχετισμός κριτηρίων που ν’ αφορά την επιλογή τους. Για punk δεν μιλάμε, άλλωστε;

Television: Little Johnny Jewel
από το single “Little Johnny Jewel, Part One” b/w “Little Johnny Jewel, Part Two” (1975)

Χωρίς την καρτουνίστικη αμεσότητα των Ramones ή την αρτίστικη και κοσμοπολίτικη διάσταση των Talking Heads, οι Television γράψανε τη δικιά τους ιστορία όντας εκείνοι που μπορούσαν να καταλάβουν/εμπεριέχουν και τους μεν και τους δε, μη ταυτιζόμενοι εξαναγκαστικά με κάποιον. Με κομμάτια σαν το “Little Johnny Jewel” παρέδωσαν σεμινάρια του πώς να παίζεις αργά, να πλατειάζεις όσο θες και ταυτόχρονα να είσαι αιχμηρός όσο δεν πάει.

Richard Hell & The Voidoids: Blank Generation
από το άλμπουμ Blank Generation (1977)

Αν ο πανέξυπνος λωποδύτης Malcolm McLaren δεν είχε δει τον Richard Hell σε κάποιο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη, το punk δεν θα είχε την αισθητική, αλλά και μεγάλο μέρος του περιεχομένου του, όπως το γνωρίζουμε: μια ματιά στους Sex Pistols, αρκεί για να γίνει αυτό πλήρως αντιληπτό. Ο νονός βέβαια της «κενής γενιάς» δεν ήταν κάποιος καθωσπρέπει singer songwriter, αλλά ένα παιδί των δρόμων και των εξαρτήσεων, ένας προφήτης του μηδενισμού, που έγινε κι εκείνος με τη σειρά του κονκάρδα. Παλιά ιστορία.

The Modern Lovers: Pablo Picasso
από το άλμπουμ The Modern Lovers (1976)

Αν και γεννήθηκε στη Βοστόνη, ο Jonathan Richman έζησε από τα 15 του στη Νέα Υόρκη και αγάπησε όσο τίποτα τους Velvet Underground. Σήμα κατατεθέν του η αφοπλιστική ειλικρίνεια στα όρια της αφέλειας και μια υπέροχη αμεσότητα στη μουσική του. Το ετεροχρονισμένα κυκλοφορημένο ντεμπούτο των Modern Lovers ήταν το άλμπουμ που ανάγκασε τους Νεοϋορκέζους να υποκλιθούν οριστικά στο ταλαντούχο «επαρχιωτάκι», ενώ το “Pablo Picasso” ήταν το κομμάτι εκείνο στο οποίο ο δημιουργός του τερμάτισε (σίγουρα χωρίς καν να το θέλει) το coolness στροφόμετρο.

The Velvet Underground: European Son
από το άλμπουμ The Velvet Underground & Nico (1967)

Για κάποιους (μεταξύ αυτών και ο γράφων), η σπουδαιότερη μπάντα που αντίκρισε ποτέ το pop/rock στερέωμα. Μέσα σε 4 άλμπουμ τα έπαιξαν σχεδόν όλα και άφησαν τεράστια παρακαταθήκη πίσω τους. Αλήθεια, πόσοι άλλοι ταίριαξαν τόσο επιδέξια το χάος με την αρμονία; Το κομμάτι που κλείνει τη «μπανάνα», αποτελεί ατράνταχτο επιχείρημα.

The Mumps: Just Look, Don’t Touch
από τη συλλογή Fatal Charm 1975 – 1980: A Brief History Of A Brief History (1994)

Ουσιαστικά η μπάντα του Alanson Russell “Lance” Loud, ενός πολυπράγμονα τύπου που όταν δεν έγραφε σε περιοδικά για μουσική ή δεν έβγαινε στην τηλεόραση βγάζοντας στη φόρα τη ζωή της οικογένειάς του εγκαινιάζοντας αυτό που λέμε reality TV έπαιζε με τους Mumps στα Max’s Kansas City και CBGB (θρυλικά clubs της Νέας Υόρκης). Άλμπουμ δεν βγάλανε ποτέ, αλλά το ηχογραφημένο υλικό συγκεντρώθηκε σε 2 συλλογές κι έτσι βρήκε τον δρόμο του προς τα αυτιά των επόμενων γενεών. Το “Just Look, Don’t Touch” γκρουβάρει παράφωνα σε pop punk χωράφια και θα έκανε εξαιρετική παρέα με τους αμέσως επόμενους.

Blondie: Rapture
από το άλμπουμ Autoamerican (1980)

Νεοκυματική αμερικάνικη μπάντα κατά την επίσημη κατηγοριοποίηση, ένα τσούρμο ανοιχτόμυαλων και ταλαντούχων μουσικών με μπροστάρισσα ένα πλάσμα μυθικής ομορφιάς και τσαγανού, στην ουσία του πράγματος. Το ξημέρωμα των 1980s βρήκε τη Debbie Harry στο “Rapture” να ραπάρει (συν τοις άλλοις) και μάλιστα με τεράστια επιτυχία, όσο οι υπόλοιποι έχτιζαν έναν disco/p-funk/rock δυναμίτη.

Lydia Lunch: Atomic Bongos
από το άλμπουμ Queen Of Siam (1980)

Μία άλλη κυρία που άφησε το δικό της στίγμα στα νεοϋορκέζικα δρώμενα, χωρίς νάζια και στερεοτυπική θηλυκότητα, υπήρξε η Lydia Lunch. Ωμή, προκλητική, τσαμπουκαλεμένη όσο λίγες, πρωτοστάτησε στην έκρηξη του no wave και παρέδωσε κομμάτια σαν κι αυτό, όπου πράγματι τα bongos αποκτούν ατομική ισχύ.

Liquid Liquid: Cavern
από το EP Optimo (1983)

Κι αυτοί εδώ ξεπήδησαν μέσα από το no wave, συνδυάζοντας funk, afrobeat, dub και punk, πάντα (και αυστηρά) μέσα από ένα DIY πρίσμα. Γκρουβάρουν ανελέητα και το “Cavern” ήταν το κομμάτι με το οποίο ήρθαν στην επιφάνεια όταν σαμπλαρίστηκε στο κλασικό ραπ πόνημα του Melle Mel “White Lines (Don’t Don’t Do It)”. Οι Liquid Liquid είναι μπάντα που αξίζει και με το παραπάνω να ψάξει κανείς, ιδίως αν αρέσκεται στις επιμιξίες του punk rock με άλλα είδη.

ESG: UFO
από το EP ESG (1981)

Τέσσερις Αφροαμερικάνες αδερφές από το νότιο Bronx κι ένας φίλος τους στα congas ήταν το 1978 το αρχικό σχήμα των ESG. Ακόμα κι αν ξενίσουν σε κάποιους ως επιλογή σε ένα αφιέρωμα punk (αν και στη μουσική τους γίνεται προφανές το post punk στοιχείο), τόσο αισθητικά όσο και κοσμοθεωρητικά ήταν πιο punk από πολλούς άλλους με σηκωμένες μοϊκάνες και τα σχετικά. Όταν μάλιστα τις άκουσε ο Tony Wilson (βλ. Factory Records), έτρεξε να τις καπαρώσει και βρέθηκαν έτσι να ηχογραφούν με παραγωγό τον ολίγον πειραγμένο αλλά τόσο «to the point» Martin Hannett. To “UFO” απέκτησε υλική υπόσταση γιατί έμεναν 3 λεπτά κενά στη μαγνητοταινία. Αρκετά χρόνια μετά, έμελλε να αναδειχθεί σε ένα από τα πιο σαμπλαρισμένα κομμάτια στην ιστορία του hip hop. Περίεργο πράγμα τα τερτίπια της μοίρας.

Talking Heads: Drugs
από το άλμπουμ Fear Of Music (1979)

Ένα κομμάτι προερχόμενο από το μάλλον πιο μεστό άλμπουμ των Talking Heads, το οποίο κρύβει στα σπλάχνα του όλες τις επερχόμενες dark wave, post-punk και industrial ανησυχίες που θα φύτρωναν εδώ κι εκεί σαν τα μανιτάρια. Στα πλήκτρα, τα αγχωτικά φωνητικά αλλά και τα κιθαριστικά κοψίματά του, μπορεί να ακούσει κανείς τη Siouxsie, τους Cure, και εκατοντάδες άλλους που θα χαρακτήριζαν τόσο έντονα το πρώτο μισό των 1980s.

Lounge Lizards: Do The Wrong Thing
από το άλμπουμ Lounge Lizards (1981)

Τους έχουν πει και no wave και avant-garde, αλλά μάλλον αποτέλεσαν το όχημα του σαξοφωνίστα John Lurie για να βγάλει τη γλώσσα του στην τζαζ. Συγκοπτόμενος ρυθμός, νευρωτικό σαξόφωνο, τραχιές κιθάρες στο βάθος και ένας επιτηδευμένα προκλητικός τίτλος (“Do The Wrong Thing”), σε ένα από τα κομμάτια του εξαιρετικού ντεμπούτου της μπάντας.

James Chance: Contort Yourself
από το άλμπουμ Buy (1979)

Το σημείο όπου η τζαζ ήρθε πολύ κοντά με το punk, είναι και το σημείο στο οποίο ο James Chance βρήκε το κατάλληλο έδαφος για να δημιουργήσει τους αυτοσχεδιασμούς του, να ουρλιάξει, να σκορπίσει ένταση, θυμό και επιθετικότητα. Δίνοντας έναν δίσκο ορόσημο για τη Νέα Υόρκη και την τρέλα που κρύβει μέσα της.

Suicide: Ghost Rider
από το άλμπουμ Suicide (1977)

Χωρίς δεύτερη σκέψη, η πιο πρωτοποριακή και θαρραλέα μπάντα της σκηνής. Ένας στα πλήκτρα κι ένας στο μικρόφωνο. Τόσο λιτά και τόσο επεισοδιακά, μιας και μπορεί σήμερα μια τέτοια εικόνα να δείχνει δεδομένη, τότε όμως τα live των Suicide είχαν σίγουρα αίμα, δάκρυα και ιδρώτα. Άντε να πείσεις τους θαμώνες της εποχής ότι αυτό είναι μουσική κι έχει πολλά να πει. Σχετικά με το αν η ιστορία τους δικαίωσε, εν έτει 2017 νομίζω δεν χωρά συζήτηση. Όσο για το “Ghost Rider”, προσωπικά έμεινα άφωνος σε νεαρή υλικά όταν έμαθα ότι δεν είχε κιθάρες. Αριστούργημα.

Dead Boys: Sonic Reducer
από το άλμπουμ Young Loud And Stotty (1977)

Απλός κι απέριττος κιθαριστικός όλεθρος. Είναι μάλλον ασέβεια να θεωρητικολογήσει κανείς για τους Dead Boys. Εδώ ταιριάζει το «άσε τα λόγια κι άκου».

The Cramps: Human Fly
από το EP Gravest Hits (1979)

O Lux Interior γνώρισε σε ωτοστόπ την Poison Ivy και στα 30 του(…) αποφάσισε/σαν να φτιάξει/ουν τους Cramps. Στο πρώτο EP της μπάντας, η μοναδική δικιά τους σύνθεση ήταν το “Human Fly”. Όποιος-α δεν έχει ακούσει αυτό το κομμάτι, με λίγο (ή πολύ) αλκοόλ να τρέχει στο αίμα του, μάλλον στερείται μιας τουλάχιστον ιδιαίτερης και ενδιαφέρουσας εμπειρίας. Η πιο ερωτική μπάντα που έβγαλε ποτέ το rock ‘n’ roll, στην πιο χαρακτηριστική της στιγμή.

Θάνος Σιόντορος www.avopolis.gr