Η ιστορία της αθηναϊκής πολυκατοικίας: Πώς μία ολόκληρη πόλη οικοδομήθηκε πάνω στην αντιπαροχή…

Ο παλμός της Αθήνας δεν μοιάζει με αυτόν καμίας άλλης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Ίσως η συγκυριακή ιστορία της αντιπαροχής να έχει παίξει τον δικό της ρόλο σε αυτό.

Όταν το κράτος δεν έχει χρήματα να διαθέσει και οι τράπεζες δεν είναι σε θέση να παρέχουν παρά μόνο ελάχιστα δάνεια, οι έχοντες γη και οι πολιτικοί μηχανικοί «αναγκάζονται» να ανακαλύψουν εναλλακτικούς τρόπους προκειμένου να δημιουργήσουν περισσότερο χώρο για να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες ενός πληθυσμού που όλο και αυξάνεται.

Αυτή ακριβώς ήταν η πραγματικότητα στην Αθήνα του πρώτου μισού της δεκαετίας του ‘50 όταν χιλιάδες άνθρωποι από την φτωχή, ελληνική επαρχία πήραν την απόφαση να αφήσουν για πάντα πίσω τον τόπο καταγωγής τους και να αναζητήσουν μία καλύτερη, πιο εύπορη μοίρα στη μεγάλη πρωτεύουσα. Μόνο που η αραιοκατοικημένη, τότε, Αθήνα δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανταποκριθεί στο σαρωτικό κύμα εσωτερικών μεταναστών που έψαχναν απεγνωσμένα για μία προσιτή κατοικία. Αυτό ήταν το δεδομένο που εκμεταλλεύτηκαν όσοι είχαν ένα οικόπεδο για να διαθέσουν και όσοι είχαν τα οικονομικά μέσα για να χτίσουν με σχετικά χαμηλό κόστος ένα άνετο σύμπλεγμα κατοικιών, που θα ήταν αρκετά άνετο για να χωρέσει δεκάδες οικογένειες.

Η αραιοκατοικημένη, τότε, Αθήνα δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να ανταποκριθεί στο σαρωτικό κύμα εσωτερικών μεταναστών που έψαχναν απεγνωσμένα για μία προσιτή κατοικία.

Η έννοια της αντιπαροχής, λοιπόν, φάνταζε ιδανική για τις ανάγκες της ελληνικής, κοινωνίας του ’50, η οποία χρειαζόταν άμεσα να βγάλει κέρδος, αλλά και να δώσει λύση στο μεγάλο στεγαστικό ζήτημα της εποχής. Αυτό αναφέρει και το σχετικό, πρόσφατο ρεπορτάζ του Bloomberg, στο οποίο ο συντάκτης Feargus O’Sullivan εξιστορεί με πολύ ενδιαφέρον τρόπο την πρωτοφανή για τα διεθνή δεδομένα ιστορία της αθηναϊκής πολυκατοικίας, η οποία γεννήθηκε μέσα από το φαινόμενο της αντιπαροχής. «Οι Έλληνες κατάφεραν να εφεύρουν ένα δικό τους, εσωτερικό σύστημα χρηματοδότησης, τη στιγμή που δεν υπήρχαν καθόλου διαθέσιμα κεφάλαια. Το νέο σύστημα λειτουργούσε ως εξής: ο ιδιοκτήτης γης παραχωρούσε δωρεάν το οικόπεδο του στον εργολάβο, ο οποίος δεσμευόταν να του δώσει σαν αντάλλαγμα ένα συγκεκριμένο αριθμό διαμερισμάτων μετά την ολοκλήρωση τους», γράφει το Bloomberg. Kαι προσθέτει: «Συνήθως τα διαμερίσματα που λάμβανε ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου ήταν 2 έως 5 και ο ίδιος ήταν ελεύθερος να τα διαθέσει όπως εκείνος επιθυμούσε. Μπορούσε να ζήσει εκεί, να τα νοικιάσει ή να τα πουλήσει. Ένα πρωτότυπο, αυτοδιαχειριζόμενο σύστημα ανοικοδόμησης, το οποίο δεν στηρίχτηκε σε κάποια νομοθεσία ή κρατική πρωτοβουλία παρά το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος είχε επιχειρήσει να προωθήσει την κατασκευή νέων κατοικιών με διάφορες φοροαπαλλαγές».

Στο κατάλληλο μέγεθος για να καλύψει τις ανάγκες μίας ολόκληρης οικογένειας (ένα μέσο διαμέρισμα αποτελούνταν και εξακολουθεί να αποτελείται από 2 ή 3 υπνοδωμάτια) και παρά το γεγονός ότι ο σχεδιασμός και η κατασκευή τους γινόταν από τον εργολάβο και όχι από κάποιον αρχιτέκτονα, οι αθηναϊκές πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’50, του ’60, του ’70 και του ’80, με όλη την προχειρότητα που συχνά τις χαρακτηρίζει, είναι ένα αρκετά ευχάριστο μέρος για να μένει κανείς.  Όπως γράφει ο O’ Sullivan η παρουσία των μεγάλων, φαρδιών μπαλκονιών γύρω από κάθε διαμέρισμα συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία μίας φιλικής κατοικίας για τους ενοίκους. «Πολλές φορές αυτά τα μπαλκόνια είναι τόσο ευρύχωρα ώστε χωράνε ένα μεγάλο τραπέζι με καρέκλες και πάρα πολλά φυτά». Ξεχωριστή μνεία γίνεται επίσης στο γεγονός ότι κάθε πολυκατοικία είχε το δικό της, κεντρικό σύστημα θέρμανσης, το οποίο προσέφερε μία επιπλέον, σημαντική άνεση στους κατοίκους των Αθηνών, σε μία εποχή που αυτό θεωρούνταν πολυτέλεια. 

«Οι Έλληνες κατάφεραν να εφεύρουν ένα δικό τους, εσωτερικό σύστημα χρηματοδότησης, τη στιγμή που δεν υπήρχαν καθόλου διαθέσιμα κεφάλαια. Το νέο σύστημα λειτουργούσε ως εξής: ο ιδιοκτήτης γης παραχωρούσε δωρεάν το οικόπεδο του στον εργολάβο, ο οποίος δεσμευόταν να του δώσει σαν αντάλλαγμα ένα συγκεκριμένο αριθμό διαμερισμάτων μετά την ολοκλήρωση τους».

Μπορεί το ελληνικό κράτος να μη διέθεσε κεφάλαια για την εξάπλωση των πολυκατοικιών, ωστόσο, έθεσε κάποιους σημαντικούς περιορισμούς στην ανέγερση τους, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην τελική εικόνα μίας ολόκληρης πόλης. Το γεγονός ότι απαγορεύτηκε δια νόμου η κατασκευή ενός πλήρους διαμερίσματος πάνω από τον 6ο όροφο είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία του χαρακτηριστικού πλέον φαινομένου με τις πλατιές, αθηναϊκές ταράτσες η μία δίπλα στην άλλη, αλλά και τον πιο άνετων και εντυπωσιακών ρετιρέ, στα οποία κατοικούσαν οι πιο ευκατάστατες οικογένειες, ακόμα και στις περιοχές όπου δεν συναντούσες υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα. Αυτό το αρχιτεκτονικό γεγονός οδήγησε σε μία ολόκληρη κοινωνική διαστρωμάτωση, σε μία χειροπιαστή, κοινωνική πυραμίδα με τους φτωχότερους να είναι σε θέση να νοικιάσουν ή να αγοράσουν σπίτι αποκλειστικά στους χαμηλούς ορόφους και στους πλουσιότερους να καταλαμβάνουν τα ρετιρέ. Αυτή η συνθήκη συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Φυσικά, ο O’ Sullivan εστιάζει και στα πολλά αρνητικά μίας τέτοιας «γρήγορης» και, δυστυχώς, τσαπατσούλικης κατασκευής. Μπορεί οι μεγάλες, ψηλές πολυκατοικίες που ξεπήδησαν σε κάθε γειτονιά της πόλης, εκεί όπου κάποτε στεκόντουσαν μικρές μονοκατοικίες με ήσυχους κήπους να ήταν η λύση για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους οι οποίοι σε βάθος χρόνου αναζητούν μία φθηνή, στεγαστική λύση, ωστόσο, η ταχύτητα με την οποία φτιάχτηκαν δεν μπορούσε παρά να κρύβει σοβαρές παγίδες. Τα προβλήματα στα υδραυλικά, τα κακοκατασκευασμένα ντουλάπια, τα λιγοστά παράθυρα και οι σκοτεινοί χώροι επισημαίνονται στο άρθρο του Bloomberg, το οποίο, όμως, αντιμετωπίζει το φαινόμενο των πολυκατοικιών και της αντιπαροχής κυρίως σαν κάτι όμορφα ξεχωριστό μέσα στη συνολικότερη προχειρότητα του. 

Αυτό το αρχιτεκτονικό γεγονός οδήγησε σε μία ολόκληρη κοινωνική διαστρωμάτωση, σε μία χειροπιαστή, κοινωνική πυραμίδα με τους φτωχότερους να είναι σε θέση να νοικιάσουν ή να αγοράσουν σπίτι αποκλειστικά στους χαμηλούς ορόφους και στους πλουσιότερους να καταλαμβάνουν τα ρετιρέ.

Είναι λίγες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που είναι σε θέση να μεταδώσουν στον επισκέπτη αυτή την αίσθηση της κινούμενης ζωής, αυτή την αίσθηση της πολύχρωμης, κεφάτης εικόνας με τις χίλιες, διαφορετικές μορφές και τις δεκάδες προσωπικότητες. Και είναι η αλήθεια ότι αν δει κανείς μία φωτογραφία της Αθήνας από ψηλά είναι πολύ δύσκολο να μην αναγνωρίσει τη μεγάλη μας πόλη με μία γρήγορη, πρώτη ματιά. Το καλοκαίρι από τις ανοικτές μπαλκονόπορτες μπορείς να δεις οικογένειες να τρώνε γύρω από το οικογειακό τραπέζι και τις ημέρες των Χριστουγέννων υπέρλαμπρα, φωτισμένα έλατα που σκορπάνε νοητή αστερόσκονη στον ορίζοντα. Οι ομιλίες από τις ανοικτές τηλεοράσεις που πλημμυρίζουν τους δρόμους και τα στενά, οι ανθισμένες γλάστρες που κρέμονται από τα μπαλκόνια, όλα συνθέτουν την εικόνα μίας ολοζώντανης πόλης με μία δυνατή καρδιά που δεν σταματά στιγμή να χτυπά. Λένε ότι ο παλμός της αθηναϊκής πρωτεύουσας δεν περιγράφεται με λόγια. Ίσως η εν μέρει τυχαία, αρκετά συγκυριακή ιστορία της αθηναϊκής πολυκατοικίας όπως αυτή γεννήθηκε μέσα από μία αδιαπραγμάτευτη ανάγκη για στέγη, να έχει συμβάλει σημαντικά στην ολόδικη μας ταυτότητα.

Φωτογραφίες: unsplash, και στοιχεία από το Bloomberg

Μάγκυ Παπαχρήστου www.womantoc.gr