Κανίβαλοι στα βουνά των Άνδεων. Στις 13 Οκτωβρίου του 1972 η πτήση 571 των αεροπορικών γραμμών της Ουρουγουάης προσέκρουσε στις παγωμένες Άνδεις. Οι επιβάτες έκαναν ότι έπρεπε να κάνουν για να επιβιώσουν…

“Ο κοινός μας στόχος ήταν η επιβίωση” ήταν οι λέξεις που χρησιμοποίησε για να περιγράψει τα όσα συνέβησαν στις Άνδεις, ο 67χρονος σήμερα Roberto Canessa. “Τα σώματα των φίλων και συμπαικτών μας, διατηρημένα μέσα στο χώμα και τον πάγο, περιείχαν ζωτικής σημασίας πρωτεΐνες που μπορούσαν να μας βοηθήσουν να παραμείνουμε ζωντανοί. Μπορούσαμε όμως να το κάνουμε;”. Στις 13 Οκτωβρίου του 1972 η πτήση 571 των στρατιωτικών αερογραμμών της Ουρουγουάης προσέκρουσε στις παγωμένες Άνδεις. Οι επιβάτες έκαναν ότι έπρεπε να κάνουν για να επιβιώσουν: Έγιναν κανίβαλοι.

Ήταν ένα συνηθισμένο ταξίδι. Η πτήση charter από το Μοντεβίδεο της Ουρουγουάης προς το Σαντιάγκο της Χιλής δεν τρόμαζε κανένα. Δε θα ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που ένα αεροπλάνο θα πετούσε πάνω από την πανύψηλη οροσειρά της Νοτίου Αμερικής. Στην πτήση θα επέβαιναν συνολικά 40 επιβάτες και πέντε μέλη του πληρώματος. Ανάμεσα στους επιβάτες και 19 παίκτες της Old Christians Club, ομάδας ράγκμπι της Ουρουγουάης: Νέοι, ρωμαλέοι αθλητές που πήγαιναν να αγωνιστούν σε ένα φιλικό χωρίς να φοβούνται και τίποτα και κανέναν. 

Η μοιραία πτήση

Κανίβαλοι στα βουνά των Άνδεων
Σκηνή από την ταινία Alive (1993) που περιγράφει την τραγωδία που έμεινε γνωστή ως “Το θαύμα των Άνδεων”.

Έπρεπε να υπομείνουν 72 μέρες που ούτε η πιο νοσηρή και αρρωστημένη φαντασία δε θα μπορούσε να συλλάβει

Ο καιρός, όμως, ήταν κάτι περισσότερο από κακός· ήταν επικίνδυνος. Μετά από μία πρώτη αναγκαστική προσγείωση του μικρού ελικοφόρου αεροπλάνου, ο πιλότος ήταν διστακτικός να το σηκώσει ξανά στον αέρα. Δεν άντεξε όμως στις πιέσεις των επιβατών και ιδιαίτερα στους ενθουσιώδεις νεαρούς παίκτες του ράγκπι που παρότι για τους περισσότερους από αυτούς ήταν το πρώτο ταξίδι με αεροπλάνο, αντιμετώπιζαν τις σοβαρές αναταράξεις με χαμόγελα και πειράγματα.

Αργότερα, στην έρευνα για το δυστύχημα αποδείχθηκε ότι έγιναν μοιραία ανθρώπινα λάθη από το πλήρωμα. Από την πρόσκρουση σε κορυφή των Άνδεων (3.600 μέτρων) σκοτώθηκαν ακαριαία 12 άνθρωποι ενώ άλλοι πέντε δεν κατάφεραν να βγάλουν τη νύχτα. Όταν θα τελείωνε αυτή η τραγωδία, μόλις 16 επιβάτες θα παρέμεναν ζωντανοί.  Στο ενδιάμεσο, θα έπρεπε να υπομείνουν 72 μέρες που ούτε η πιο νοσηρή και αρρωστημένη φαντασία δε θα μπορούσε να συλλάβει.

Η απόφαση

Οι επιζήσαντες έφτασαν στο σημείο να τρώνε το βαμβάκι από το εσωτερικό των καθισμάτων

“Γνωρίζαμε την απάντηση, αλλά ήταν τόσο φρικιαστική για τη χωνέψουμε” θυμάται ο Roberto Canessa. Οι επιζήσαντες δεν είχαν να παλέψουν μόνο με τις πολικές θερμοκρασίες των -30 βαθμών Κελσίου. Κινδύνευαν από χιονοστιβάδες (σ.σ: μία από αυτές σκότωσε 8 μέλη της ομάδας), από τα τραύματα που πολλοί είχαν υποστεί κατά την πρόσκρουση αλλά και από την εκτυφλωτική αντανάκλαση του ήλιου στο χιόνι. Έπρεπε να επιστρατεύσουν κάθε ικμάδα της δύναμής τους, κάθε ίχνος εφευρετικότητας που είχαν για να βγουν ζωντανοί. Έτσι, μετέτρεψαν το παρμπρίζ του αεροσκάφους σε γυαλιά ηλίου για να μην τυφλωθούν και έφτιαξαν ρούχα από τα καθίσματα για να μην παγώσουν από το απάνθρωπο κρύο.

Εκείνο, όμως, που τους απειλούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο ήταν η πείνα. Οι προμήθειες που είχαν μαζί τους; 8 μπάρες σοκολάτας, μία κονσέρβα με μύδια, τρία μικρά βάζα μαρμελάδας, λίγα αμύγδαλα, μερικές σταφίδες, κάποια δαμάσκηνα και αρκετά μπουκάλια κρασί. Σε αυτό το υψόμετρο δε φυτρώνει τίποτα και δεν υπάρχει σχεδόν κανένα ζώο για να κυνηγήσεις. Οι επιζήσαντες έφτασαν στο σημείο να τρώνε το βαμβάκι από το εσωτερικό των καθισμάτων.

“Για αρκετές μέρες, ζούσαμε σε κατάσταση αγωνίας. Πήγαινα έξω στο χιόνι και προσευχόμουν για να μου δώσει ο Θεός καθοδήγηση. Χωρίς τη δικιά του συγκατάθεση πίστευα ότι θα βεβήλωνα τη μνήμη των φίλων μου: Ότι θα τους έκλεβα την ψυχή” φανερώνει στην αφήγησή του ο Canessa, για να συνεχίσει: “Αναρωτιόμασταν αν είχαμε τρελαθεί, ακόμα και για να σκεφτόμαστε κάτι τέτοιο. Είχαμε μεταμορφωθεί σε άγρια θηρία; Ή μήπως αυτή ήταν το μοναδικό λογικό πράγμα να κάνουμε;”.


Η επιβίωση νίκησε τους ηθικούς φραγμούς, τους φόβους για αιώνια τιμωρία στην Κόλαση, ακόμα και την ενστικτώδη αποστροφή απέναντι στο μεγαλύτερο ταμπού από όλα: Τον κανιβαλισμό.


Η επιβίωση νίκησε τους ηθικούς φραγμούς, τους φόβους για αιώνια τιμωρία στην Κόλαση (σ.σ: πολλοί από τους επιζήσαντες ήταν φανατικοί Καθολικοί), ακόμα και την ενστικτώδη αποστροφή απέναντι στο μεγαλύτερο ταμπού από όλα: Τον κανιβαλισμό. Δεν υπήρχε καμία άλλη λύση. Οτιδήποτε άλλο σήμαινε συναίνεση με τον θάνατο, αυτοκτονία.

Μόνοι απέναντι στο άπειρο

Nando Parrado
O Nando Parrado διαβάζει ακουμπώντας την πλάτη του στα συντρίμμια του αεροσκάφους.

Ο Roberto Canessa και ο Nando Parrado προτίμησαν να χαθούν στο άπειρο παρά να περιμένουν στωικά το τέλος

Από τος 16 ανθρώπους που έμειναν ζωντανοί μετά το συμβάν που ονομάστηκε από τα διεθνή Media “Το θαύμα των Άνδεων”, υπάρχουν δύο ονόματα που επανέρχονται πιο συχνά όταν γυρίζονται ταινίες και ντοκιμαντέρ σε σχέση με αυτό: Roberto Canessa και Nando Parrado. Οι δύο αυτοί νεαροί τότε αθλητές του ράγκμπι αποφάσισαν να ρισκάρουν τα πάντα, καθώς οι μέρες περνούσαν, οι επιζήσαντες βουτούσαν όλο και πιο βαθιά στη βαρβαρότητα και η βοήθεια δεν ερχόταν από πουθενά.

Ο Parrado, ο οποίος κατάφερε σχεδόν δια μαγείας να συνέλθει από το κώμα στο οποίο είχε πέσει, έβαλε μία και μοναδική κόκκινη γραμμή στους συντρόφους του. Παρότι επιδόθηκε και ο ίδιος σε κανιβαλισμό για να επιβιώσει, δεν επέτρεψε σε κανέναν να πλησιάσει το πτώμα της μητέρας και της αδερφής του. Στις 12 Δεκεμβρίου, δύο μήνες μετά το αεροπορικό δυστύχημα, εκείνος και ο συμπαίκτης του Roberto Canessa αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο. Προτιμούσαν να χαθούν στο άπειρο παρά να περιμένουν στωικά το τέλος.

“Έχουμε κάνεις τόσα πράγματα μαζί. Ας κάνουμε άλλο ένα: Ας πεθάνουμε μαζί” αφηγείται ο Parrado στο History Channel και το ντοκιμαντέρ I Am Alive: Surviving the Andes Plane Crash. Οι δύο επιστήθιοι φίλοι ξεκίνησαν χωρίς ορειβατικό εξοπλισμό, δίχως απαραίτητα εργαλεία, με ελάχιστα εφόδια και ακατάλληλα ρούχα για ένα επικό ταξίδι δέκα ημερών που θα τους οδηγούσε μέχρι τα 4650 μ. και το έδαφος της Χιλής. Αν, όμως, δεν έβρισκαν κατά τύχη έναν ορεσίβιο Χιλιανό μεταφορέα στο δρόμο τους ίσως να χάνονταν για πάντα κάτω από τόνους χιονιού. Αυτό, ευτυχώς, δε συνέβη.

χιλή

Μέχρι τις 23 Δεκεμβρίου του 1972, όλοι, και οι 16 άνθρωποι που έζησαν τον εφιάλτη στην κόλαση των Άνδεων, είχαν επιστρέψει σώοι και ασφαλείς στο Μοντεβίδεο. Εκείνο, όμως, που για κάποιους ήταν ένα “θαύμα”, για εκείνους θα παρέμεινε ένα τραύμα, μία σκοτεινή ανάμνηση που θα τους στοίχειωνε σε όλη τους τη ζωή. Μέχρι σήμερα, όταν αφηγούνται τι έζησαν δυσκολεύονται να μη ξεσπάσουν σε κλάματα.

Κλαίνε για αυτό που έκαναν. Για αυτό που τους ανάγκασε η ίδια η ζωή να πράξουν. Κλαίνε γιατί έσπασαν το μεγαλύτερο από όλα τα ανθρώπινα ταμπού. Κλαίνε παρότι δεν το έκαναν από διαστροφή ή εγκληματική μανία. Έπραξαν, δηλαδή, κάτι που όλοι μας θα κάναμε, τελικά. Γιατί, ακόμα και αν πολύ συχνά το ξεχνάμε, δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από τη διατήρηση την ανθρώπινης ζωής. Τίποτα πιο ιερό από το να κοροϊδέψεις τον θάνατο που παραμονεύει πεινασμένος σε κάθε γωνιά.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας esquire.com.gr