Γιάννης Μπουτάρης: Ποιες γιορτές; Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά για τον εξαρτημένο. Ζει στον κόσμο του, τον κόσμο της ουσίας. Μόνο η ουσία τον ενδιαφέρει. Ο βαθιά χωμένος δεν συμμετέχει σε εορτασμούς, ούτε σε όσα συμβαίνουν γύρω του. Του κάνει ίσως εντύπωση η ατμόσφαιρα, αναρωτιέται γιατί να είναι όλα τα μαγαζιά κλειστά, αλλά ώς εκεί. Ύστερα το μυαλό του κολλάει: πού θα βρει την ουσία και πώς θα την ευχαριστηθεί, για πάρτη του. Δύσκολο να βγει κανείς από την ιστορία. Το μεν αλκοόλ είναι νόμιμο, άρα απλώνεις το χέρι σου και το έχεις, τα δε ναρκωτικά έχουν το άλλο πρόβλημα, θα σε κυνηγήσει το βαποράκι, δεν θα σε αφήσει ήσυχο. «Το ίδιο ισχύει και για τον αλκοολικό, ειδικά τις γιορτές που όλοι πίνουν, αδύνατον να το αποφύγει», θα μου πεις. Κι όμως, το κοινωνικό ποτό απέχει μίλια από τη σούρα του αλκοολικού. Σου το λέω μετά λόγου γνώσεως.
 
Μαρία Μαυρικάκη: Στα γιορτινά οικογενειακά τραπέζια, ποτέ δεν έλειπαν οι καβγάδες. Λίγο το χαλαρό κλίμα, λίγο το άφθονο κρασάκι, λίγο τα καταπιεσμένα συναισθήματα ενός χρόνου, οι γλώσσες λύνονταν ευκολότερα. Υπαινιγμοί, μισόλογα και αναφορές σε περυσινά ξινά σταφύλια, ξέφευγαν στην αρχή διακριτικά και στη συνέχεια αχαλίνωτα από τα χορτάτα στόματα μπατζανάκηδων και συννυφάδων. Το φούντωμα στα μάγουλα και οι υψηλοί τόνοι στις φωνές συνόδευαν το φρούτο, που τότε το τρώγαμε μετά το φαγητό, σε αντίθεση με τη σύγχρονη μόδα. Προτού πέσουμε σε μεθεόρτιο λήθαργο, μας ξυπνούσε ένα τσίμπημα από το αγκάθι του εξαρτημένου αδελφού μου, που φρόντιζε ειδικά εκείνες τις μέρες να κάνει τη διαφορά. Άλλοτε κλεισμένος στο δωμάτιο και νηστικός όλη τη διάρκεια των διακοπών κι άλλοτε αφιονισμένος που είχε ξεμείνει από πράμα. Συλλέγοντας κατάλοιπα στέρησης κι αναζητώντας υποκατάστατα σε φαρμακεία με κατεβασμένα ρολά, αυτή ήταν η πινελιά στη γιορτινή διάθεσή μας, εμάς, των συν εξαρτημένων ανθρώπων του. 
 
Γ. ΜΠ.: Θυμάμαι μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, καλεσμένος ήμουν σε ρεβεγιόν με επίσημη ενδυμασία κι άρχισα να πίνω από το μεσημέρι. Μόνος, εννοείται. Το βράδυ ήμουν πλέον λιώμα. Δεν απαντούσα στα τηλέφωνα, στα χτυπήματα της πόρτας, στις εκκλήσεις όσων με νοιάζονταν. Η απελπισία μου γινόταν αναπηρία κι εγώ ανήμπορος να αποκριθώ. Από τη βραδιά εκείνη απέκτησα ένα μικρό κουσούρι: δεν γουστάρω να ακούω καλό μήνα ούτε καλή βδομάδα. Τι διαφορά έχει ή μια μέρα από την άλλη; (το καταλάβαμε στο πετσί μας τώρα, με τον εγκλεισμό). Ακόμα και η Πρωτοχρονιά είναι μια ίδια μέρα. Όμως, ο απόλυτος ξεπεσμός της παραμονής εκείνης ήταν φαίνεται απαραίτητος για να μπορέσω να το στρίψω και να το πάρω αλλιώς. Ο θάνατος ήρθε να μου κάνει ποδαρικό κι εγώ του έκλεισα κατάμουτρα την πόρτα. Τότε βρέθηκα περιτριγυρισμένος από τους ανθρώπους μου. Λίγο καιρό αργότερα πήγα στο πρόγραμμα και στάθηκα τυχερός. Δεν ξαναήπια ποτέ. Γίνεται.
 
Μ.Μ.: Για χρόνια, οι ειδικοί μας συμβούλευαν να τον αφήσουμε στις επιλογές του. Να τον βοηθήσουμε μόνο αν αποφασίσει να αποτοξινωθεί. Εκανε προσπάθειες μύριες, όμως μια ανίκητη παρόρμηση τον ωθούσε όντας καθαρός να ξαναπέσει σαν σκανδαλισμένος μοναχός που καταδυναστεύεται από ταπεινά ένστικτα. Κι εμείς να ωρυόμαστε: «Γιατί;». Νομίζαμε ότι μπορούμε να τον πείσουμε. Εκείνος σωστά τα έλεγε, «χωρίς την ουσία δεν ζω». Ήθελε να ζήσει, άρα να καταστρέφεται, πώς να το συλλάβουμε; Τελικά, δεν κατάφερε να καταργήσει το σύνορο ζωής και θανάτου, όσο ρίσκο και αν φορτώθηκε μπαινοβγαίνοντας ανάμεσα στα δύο. Οι γιορτές μας είναι πλέον ήρεμες, υποτονικές, ανούσιες σχεδόν.
 
Γ. ΜΠ.: Oι μνήμες, Μαρία, άλλοτε γίνονται κουραστικές και αποθαρρυντικές, άλλοτε όμως μας γεμίζουν αισιοδοξία και κουράγιο. Μέσα στη φουρτούνα του κορωνοϊού, καταφέραμε και πλέουμε και πάμε. Είμαστε εδώ και ζούμε. Ζούμε τη γλυκιά μονοτονία της επανάληψης των γιορτών. Κάθε χρόνο τα ίδια, κάθε χρόνο διαφορετικά.
 
* Ο κ. Γιάννης Μπουτάρης είναι τέως δήμαρχος Θεσσαλονίκης, οινοποιός.
** Η κ. Μαρία Μαυρικάκη είναι συγγραφέας.

www.kathimerini.gr