Οι Jethro Tull έρχονται στην Τεχνόπολη, το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου!

Το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου οι θρυλικοί Jethro Tull θα εμφανιστούν στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, παραδίδοντας ακόμη μια φορά μαθήματα ροκ ιστορίας αποτελώντας μάλλον ένα από τα λίγα διεθνή ονόματα που θα δούμε στη χώρα μας τον προσεχή καιρό.
  
Ορμώμενοι από το Blackpool της Αγγλίας, οι Jethro Tull ξεκινούν το μουσικό τους ταξίδι στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Σήμερα, με 60 εκατομμύρια πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως, περισσότερα από 21 άλμπουμ μεταξύ των οποίων 11 χρυσά και 5 πλατινένια και με περισσότερες από 3,000 live εμφανίσεις σε 40 χώρες, οι Jethro Tull έχουν χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο σημαντικά και εκκεντρικά progressive rock συγκροτήματα του 20ου αιώνα.
 
Στο κέντρο της σκηνής ξεχωρίζει η εμβληματική περσόνα του Ian Anderson, ο οποίος παίρνει τον ρόλο του ηγέτη του γκρουπ. Με μια καλλιτεχνική ευφυΐα που ξεχώρισε ήδη από τα πρώτα βήματα της μπάντας, ο Anderson τολμά να βάλει το φλάουτο σαν βασικό όργανο στη μηχανή των Jethro Tull, κάνοντάς το παράλληλα σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος.
 
Στα πρώτα τους δισκογραφικά χρόνια ξεπηδά το blues ντεμπούτο τους This Was (1968), το οποίο διαδέχεται το Stand Up (1969), αλλά και το Benefit (1970), ο δίσκος προπομπός που μας προετοιμάζει για το magnum opus τους, Aqualung (1971). Τα λόγια περιττεύουν για αυτό το αριστούργημα το οποίο θεωρείται ως μια από τις πιο σημαντικές ροκ κυκλοφορίες όλων των εποχών.
 
Η progressive rock, περήφανη για τα άξια τέκνα της, βρίσκει μια για πάντα στο Locomotive Breath και το Hymn 43 τους ύμνους που θα τραγουδηθούν από χιλιάδες fans παγκοσμίως. Μέσα από μια μουσική πορεία 5 δεκαετιών, ο ήχος των Jethro Tull ταξίδεψε από τα blues και τη jazz, την progressive αλλά και την ορθόδοξη rock, μέσα από τα folk ηχοτόπιά τους. 
 
Η μπάντα που λατρεύτηκε από τους Steve Harris και Bruce Dickinson, Eddie Vedder, Nick Cave, John Myung, Marcus Siepen και Joe Bonamassa, έρχεται στην Αθήνα, για μία ιστορική συναυλιακή συγκυρία, μάρτυρες της οποίας θα γίνουν όσοι δώσουν το παρόν το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων.
 
Θα διατεθούν εισιτήρια σε πολύ περιορισμένο αριθμό, αποκλειστικά για θέσεις καθήμενων, καθώς δεν επιτρέπονται συναυλίες ορθίων σύμφωνα με κυβερνητική απόφαση. Επίσης, θα τηρηθούν αυστηρά οι απαραίτητες αποστάσεις και θα ακολουθηθούν πιστά όλες οι οδηγίες των ειδικών και τα υγειονομικά μέτρα της κυβέρνησης, για την αποφυγή μετάδοσης του Covid-19.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Τα εισιτήρια ξεκινούν από 42€

Σημεία προπώλησης
Viva.gr
Τηλεφωνικές πωλήσεις VIVA 11876
Δίκτυο καταστημάτων VIVA

www.ticketmaster.gr
Τηλεφωνικό κέντρο Ticketmaster 2108938111
Δίκτυο καταστημάτων Public

*Οι παραπάνω μεταπωλητές εισιτηρίων προσθέτουν επιπλέον χρεώσεις υπηρεσιών
ανάλογα με την τιμολογιακή τους πολιτική


ΠΡΟΣΟΧΗ:

  • Τα εισιτήρια αγοράζονται ως μονά, group των 2 και group των 4.
  • Παρακαλούμε για αποφυγή συνωστισμού την ημέρα της συναυλίας, οι πελάτες να προσέλθουν με τα εισιτήριά τους εκτυπωμένα, ή σε ηλεκτρονική μορφή με το barcode σε εμφανή θέση.
  • Η χρήση μη ιατρικης μάσκας είναι υποχρεωτική κατά την είσοδο-έξοδο στον χώρο και συστήνεται κατά την διάρκεια της συναυλίας.

 Αναλυτικά οι όροι χρήσης στο: 
https://athens-technopolis.gr/index.php/el/oroi-eisitirion

www.avopolis.gr

Συναυλίες 2020: Τί θα δούμε φέτος το καλοκαίρι!

Το φετινό καλοκαίρι, παρά τις δυσκολίες, επιφυλάσσει ενδιαφέροντα μουσικά δρώμενα. Βρες παρακάτω όλες τις συναυλίες 2020…

Βρισκόμαστε σε αμφίβολους καιρούς και το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα βλέπαμε αρκετές αλλαγές να συμβαίνουν στις ζωές μας. Από την αρχή του ξεσπάσματος της πανδημίας ένας από τους πρώτους κλάδους που επλήγησαν οικονομικά ήταν αυτός της μουσικής. Το Μάρτιο κιόλας αρχίσαμε να ακούμε για τις πρώτες ακυρώσεις συναυλιών. Μεγάλα φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο προσπάθησαν να κρατήσουν μια αισιόδοξη οπτική πως μέχρι το καλοκαίρι τα πράγματα θα βελτιώνονταν. Χιλιάδες εποχιακοί εργαζόμενοι, τεχνικοί και καλλιτέχνες δεν θα έχαναν το μοναδικό τους εισόδημα. Ωστόσο σιγά σιγά καθώς γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο πως η νόσος COVID-19 ήρθε για να μείνει έκαναν το μόνο πράγμα που μπορούσαν. Για την ασφάλεια όλων τα μουσικά φεστιβάλ ανά τον πλανήτη ακυρώνονταν το ένα πίσω απ’ το άλλο.

Όλοι ξέραμε πως θα είναι ένα δύσκολο καλοκαίρι. Δεν αρκεί να πεις “ε σιγά, δεν θα δεις συναυλίες φέτος, εδώ ο κόσμος πεθαίνει”. Εκ πρώτης όψεως ναι ακούγεται σαν first world problem. Όμως δεν είναι έτσι. Όπως ανέφερα παραπάνω για πολλούς οι συναυλίες αυτές αποτελούν το μοναδικό τους εισόδημα. Από roadies, τεχνικούς, διοργανωτές, περιστασιακούς εργαζόμενους, μέχρι τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Δεν μιλάω για τους Rolling Stones που κολυμπάνε στα εκατομμύρια. Μιλάω για τους μουσικούς που δεν έλαβαν καμμία οικονομική ενίσχυση από το ελληνικό κράτος. Μας αρέσει να το παίζουμε πολιτισμένοι και να διαφημίζουμε τα καλλιτεχνικά μας δρώμενα που προσελκύουν δεκάδες τουρίστες κάθε χρόνο.

Μας αρέσει να πηγαίνουμε σε συναυλίες γιατί μας προσφέρουν ψυχική ανάταση. Ειδικά σε μια τόσο στρεσογόνα και δύσκολη περίοδο. Και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος. Οικονομική ενίσχυση για τους εργαζόμενους και την ίδια τη χώρα τελικά και χαρά και ψυχολογική στήριξη για εμάς τους θεατές. Όμως όταν ήρθε η ώρα για το κράτος να μεριμνήσει για αυτό έκανε τα στραβά μάτια. Παρένθεση αυτό.

Εκεί λοιπόν που φαινόταν πως φέτος δεν θα χαρούμε συναυλία τελικά η μουσική δεν κάνει πίσω.

Με όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας βέβαια. Δεν θα είναι το ίδιο. Δεν θα χτυπηθείς στην πρώτη σειρά της αρένας στριμβωγμένος σαν τη σαρδέλα με χιλιάδες άλλους μουσικόφιλους. Αλλά θα είναι κάτι. Θα ακούσεις ζωντανή μουσική. Θα νιώσεις αυτή την ανάταση και θα στηρίξεις καλλιτέχνες που το χρειάζονται. Ανάμεσα σε όλες τις δυσκολίες αυτού του καλοκαιριού τουλάχιστον ας χαρούμε με αυτό. Δεν είναι όλα χαμένα. Η μουσική συνεχίζει να παίζει για όσους θέλουν να την ακούσουν.

συναυλίες 2020

Συναυλίες 2020

Ανάμεσα στις πιο πολυαναμενόμενες συναυλίες 2020 για φέτος το καλοκαίρι είναι ο κύκλος συναυλιών στην Τεχνόπολη, στο Γκάζι, που ξεκινούν από τα μέσα Ιουλίου και θα διαρκέσουν ως τον Αύγουστο. Επίσης στο Γκάζι, η ταράτσα του Gazarte θα φιλοξενήσει αρκετούς καλλιτέχνες. Στη Γλυφάδα στήθηκε το πρώτο drive-in venue συναυλιών. Ενώ ο κήπος του Νομισματικού Μουσείου διεξάγει jazz βραδιές κάτω απ’τα δέντρα.

Συναυλίες 2020 – Ιούλιος

Τετάρτη 8 Ιουλίου – Irene Skylakaki Trio στην ταράτσα του Gazarte.

Πέμπτη 9 Ιουλίου – Opera Chaotique ζωντανά στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.

Σάββατο 11 Ιουλίου – Billie Supernatural στην Afrikana, στον Κεραμεικό, με ελεύθερη είσοδο.

Δευτέρα 13 Ιουλίου – Μίλτος Πασχαλίδης στο Βεάκειο Θέατρο.

Παρασκευή 17 Ιουλίου – A Tribute to Leonard Cohen με τις Nalyssa Green, Sugahspank! & Lou is στην Τεχνόπολη.

Τετάρτη 22 Ιουλίου – Παύλος Παυλίδης και Φώτης Σιώτας στην Τεχνόπολη.

Πέμπτη 23 Ιουλίου – Ακουστικό live από  ΤΑΦ ΛΑΘΟΣ με full band, Τεχνόπολη.

Πέμπτη 30 Ιουλίου – Leon Of Athens με την Katerine Duska στην Τεχνόπολη.

συναυλίες 2020

Συναυλίες 2020 – Αύγουστος

Σάββατο 1 Αυγούστου – John Garcia & The Band Of Gold στο Los Almiros Festival 2020 στον Αλμυρό Μαγνησίας.

Παρασκευή 7 Αυγούστου – Πυξ Λαξ κ.α στο Urban Athens Festival 2.0, στο Terra Vibe Μαλακάσα.

Σάββατο 8 Αυγούστου – Villagers of Ioannina City, Rotting Christ, Planet Of Zeus στο Urban Athens Festival 2.0, στο Terra Vibe Μαλακάσα.

Τέλος, σε άλλα μουσικά δρώμενα ο καταπληκτικός κήπος του Νομισματικού Μουσείου φιλοξενεί εξαιρετικές βραδιές μουσικής όλο τον Ιούλιο. Μάθε περισσότερα εδώ.

συναυλίες 2020

Φέτος το καλοκαίρι μπορεί να είναι δύσκολο αλλά τουλάχιστον θα έχουμε την αγαπημένη μας μουσική να μας συνοδεύει με τις τοπ συναυλίες 2020.

By Elektra Vais www.blog.discobole.gr

Σαν σήμερα η μουσική άλλαζε πολίτευμα!

Σαν σήμερα η μουσική άλλαζε πολίτευμα!..

Μπήκε στο στούντιο και τραγούδησε ένα παλαιότερο «άγνωστο» κομμάτι γεννώντας ένα νέο μουσικό είδος.

5 Ιουλίου του 1954 ο Elvis Presley έμπαινε για πέμπτη φορά στο Sun Studio του Μέμφις στο Τενεσί. Είχαν προηγηθεί δύο άλλες επισκέψεις του για εγγραφές ιδιωτικής χρήσης και δύο ακόμη για «πειραματισμούς».

Ο 18άρης φαινόταν πως το’ χε και ο παραγωγός Sam Phillips, τον «τέσταρε».

Σε κάποιο διάλλειμα ο Elvis άρχισε να «τα χώνει» με την κιθάρα του στο “That’s All Right (Mama)” που είχε πρωτοηχογραφήσει ο έγχρωμος κιθαρίστας και μπλουζ τραγουδοποιός Arthur Crudup το 1946, δίχως δάφνες. Όλοι μείνανε!

Κι έτσι ο ίδιος με την ακουστική ρυθμική κιθάρα του, ο Scotty Moore με τη δική του lead και ο Bill Black με το μπάσο του «κέντησαν» το κομμάτι.

Μα πάνω απ’ όλα ήταν ο «αφηνιασμένος» ρυθμός του Elvis κι αυτή η τρελή, μαγική ερμηνεία του.

Επανάσταση! Κατά πολλούς ο πρώτος rock and roll δίσκος (κυκλοφόρησε σαν 45άρι στις 19 Ιουλίου έχοντας το “Blue Moon of Kentucky” στην άλλη όψη του).

Έκτοτε το είπαν όλοι… Οι Beatles «προσκύνησαν» στο μεγαλείο του και στις κατοπινές «πρώτες» ηχογραφήσεις του Elvis που της έκαναν ευαγγέλιο.

Κάπως έτσι η μουσική δημοκρατία απέκτησε Βασιλιά!

Κώστας Μπαλαχούτης www.ogdoo.gr

Το «Give Peace a Chance» είναι από το πιο γνωστά αντιπολεμικά τραγούδια.

Το «Give Peace a Chance» είναι από το πιο γνωστά αντιπολεμικά τραγούδια. Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1969 από τον Τζον Λένον και κυκλοφόρησε σε σινγκλ τον επόμενο μήνα. Έκτοτε απoτελεί τον ύμνο του παγκόσμιου φιλειρηνικού κινήματος.

Στα τέλη Μαΐου του 1969, ο Τζον Λένον και η Γιόκο Όνο περνούσαν τον μήνα του μέλιτος στο ξενοδοχείο «Κουΐν Ελίζαμπεθ» του Μόντρεαλ. Επί τη ευκαιρία, πραγματοποίησαν την δεύτερη «επί κλίνης» διαμαρτυρία τους («Bed-In») κατά της αμερικανικής επέμβασης στο Βιετνάμ. Κάθε μέρα από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, η πόρτα του δωματίου τους ήταν ανοιχτή για τους εκπροσώπους του Τύπου. Οι δημοσιογράφοι συνέρρεαν κατά δεκάδες, πιστεύοντας ότι θα συλλάβουν το ζευγάρι σε τρυφερές στιγμές, μετά τη γυμνή φωτογράφισή τους στο εξώφυλλο του άλμπουμ «Two Virgins». Προς μεγάλη τους απογοήτευση, ο Τζον και η Γιόκο, καθισμένοι στο κρεββάτι του δωματίου τους, συζητούσαν μαζί τους για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στον κόσμο.

Όταν ένας δημοσιογράφος τόν ρώτησε τί προσπαθεί να πετύχει καθισμένος στο κρεββάτι του, ο Λένον του απάντησε: «All we are saying is give peace a chance» («Το μόνο που λέμε είναι να δώσουμε μια ευκαιρία στην ειρήνη»). Σχεδόν ακαριαία, ο Λένον σκέφθηκε ότι η ατάκα του αυτή θα μπορούσε να γίνει τραγούδι κι έτσι προέκυψε το «Give Peace A Chance», ένας διαχρονικός ύμνος για την ειρήνη.

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε την 1η Ιουνίου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με ένα κασετόφωνο 8 track, που αγόρασε ο Λένον από ένα παρακείμενο κατάστημα. Ο ίδιος και ο Τόμι Σμόδερς έπαιξαν ακουστικές κιθάρες και η Γιόκο Όνο διάφορα κρουστά. Στα φωνητικά συμμετείχαν διάσημοι φίλοι του ζευγαριού, όπως ο ποιητής Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο ψυχολόγος Τίμοθι Λίρι και η ηθοποιός και τραγουδίστρια Πετούλα Κλαρκ.

Το τραγούδι κυκλοφόρησε σε σινγκλ στις 4 Ιουλίου 1969 στην Αγγλία και τρεις ημέρες αργότερα στις ΗΠΑ. Στην δεύτερη πλευρά συμπεριλήφθηκε το τραγούδι της Γιόκο Όνο «Remember Love». Το δισκάκι έφερε ως δημιουργούς την Plastic Ono Band, το μουσικό σχήμα που αποτύπωνε τις μουσικές ανησυχίες του διάσημου ζευγαριού. Το «Give Peace a Chance» ανέβηκε στο Νο 2 του βρετανικού πίνακα επιτυχιών και στο Νο14 του αντίστοιχου αμερικανικού. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1969 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε συναυλία, στο Τορόντο του Καναδά.

Το τραγούδι γρήγορα έγινε ύμνος του αντιπολεμικού κινήματος στις ΗΠΑ και εν γένει των κινημάτων της αντικουλτούρας που ξεπήδησαν την δεκαετία του 60. Το τραγούδησαν 500.000 διαδηλωτές, στις 15 Νοεμβρίου 1969,κατά την διάρκεια του ογκώδους συλλαλητηρίου κατά του πολέμου στο Βιετνάμ στην Ουάσινγκτον.

Πηγή: sansimera.gr

www.apenanti.gr

Η πόλη των μηχανών βρυχάται: Η μικρή μεγάλη ιστορία των MC5, του John Sinclair και του κόμματος των “Λευκών Πανθήρων”

Η πόλη των μηχανών βρυχάται: Η μικρή μεγάλη ιστορία των MC5, του John Sinclair και του κόμματος των “Λευκών Πανθήρων”

Το Detroit βρίσκεται στη πολιτεία του Μίσιγκαν των Η.Π.Α. αποτελεί τη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας και ήταν πρωτεύουσά της μεταξύ 1805 και 1847. Μπορεί να αποτέλεσε για λίγο πρωτεύουσα του Μίσιγκαν, αλλά στην αυγή του 20ου αιώνα, έγινε η μυθική πρωτεύουσα της αυτοκινητοβιομηχανίας σε όλο τον κόσμο για πάντα. Η πόλη που είναι γνωστή σήμερα ως το (εντελώς παρακμάζον πλέον) παγκόσμιο κέντρο της αυτοκινητοβιομηχανίας (επίσης γνωστή στις Η.Π.Α. με το προσωνύμιο “Paris of the West”) ονομάστηκε Detroit από τον ομώνυμο ποταμό που τη διασχίζει και που με τη σειρά του ονομάστηκε από τους Γάλλους Rivière du Détroit ήτοι “Το ποτάμι του Πορθμού”.
Το Detroit απέκτησε στη πορεία μερικά ακόμη ονόματα όπως Motor City και Motown, εκεί όπου ο κλάδος της βαριάς βιομηχανίας συναντούσε σε ένα παράλληλο σύμπαν τον κόσμο του πρωτόγονου rock n roll και της υπόγειας μουσικής πολλών άλλων ρευμάτων. Το Detroit εκτός από αυτοκίνητα δημιουργούσε και μουσική με μία σκηνή που τη δεκαετία του ’60 έφτασε ως εκεί που έφτανε ο καπνός από τις υψικαμίνους των βιομηχανιών μετάλλου.

Γκάζια στην άσφαλτο και στα ηχεία «Όλες οι πόλεις σας θα καούνε / είμαστε οι άνθρωποι που θα ξανακτίσουν από τις στάχτες» (MC5 – “Motor City is Burning”)

Στα μέσα των 60’s στο Detroit, εκτός από τις πρέσες των εργοστασίων που σφυρηλατούσαν το ατσάλι και το μουγκρητό των κινητήρων αυτοκινήτων, ένα άλλο μουγκρητό από ενισχυτές και fuzz παραμορφώσεις, πρωτόγονα κρουστά και τύμπανα, οδοστρωτικά μπάσα και οργισμένα φωνητικά, συναγωνίζονταν με την αυτοκινητοβιομηχανία για το έπαθλο μεγαλύτερου θορύβου στη πόλη. Και, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, τον μεγαλύτερο θόρυβο στα πολιτιστικά, κοινωνικά και πολιτικά πράγματα του δυτικού πολιτισμού τον προκαλούσε περισσότερο το rock n roll της πόλης παρά τα εργοστάσια της. Μέσω, φυσικά, των ανθρώπων που το είχαν επιλέξει όχι μόνο ως μέσο μουσικής έκφρασης αλλά και σαν ένα ακόμη εργαλείο πολιτικής δράσης και ακτιβισμού.

Τον Ιούλιο του 1969 τα underground έντυπα της εποχής, ανακάλυψαν και δημοσίευσαν την πιο προκλητική μουσική αφίσα από την εποχή που ο Elvis πρωτοεμφανίστηκε με χρυσό λαμέ. Στο φως του ήλιου, μια παρέα σέξι νεαρών διασχίζει ένα λιβάδι προς την μεριά του φακού. Ο ένας κουβαλάει μία κιθάρα και οι υπόλοιποι πολυβόλα. Ήταν τα μέλη των MC5 (Motor City 5), μιας από τις πιο προκλητικές απέναντι στην εξουσία πολιτικές μπάντες στην ιστορία του rock n roll.


Η αφίσα ήταν η εικονική αποτύπωση μιας διακήρυξης της μπάντας και του κόμματος των Λευκών Πανθήρων, την οποία μοίραζε στις συναυλίες της: «Οι MC5 είναι εξολοκλήρου αφιερωμένοι στην επανάσταση. Με την μουσική μας και με την οικονομική μεγαλοφυΐα μας, βουτάμε από το ανυποψίαστο κατεστημένο τα χρήματα και τα μέσα για να φέρουμε σε πέρας το πρόγραμμά μας, ενώ ταυτόχρονα επαναστατικοποιούμε τα παιδιά του. Με την είσοδό μας στα κατεστημένα μέσα προβολής, δισκογραφικές εταιρίες, τηλεόραση και ραδιόφωνο, έχουμε αποδείξει στους κρετίνους, πως κάθε τι που κάνουν για να μας πηδήξουν θα εκτεθεί στα μάτια των παιδιών τους. Δεν χρειάζεται να απαλλαγούμε από όλους αυτούς τους κρετίνους, αφού απλώς τους κλέβουμε τις τελευταίες λύσεις καταφύγια και τους αφήνουμε να καλλιεργούν τριγύρω τους μιζέρια και να ψοφολογάνε, με τους κληρονόμους τους να στριγκλίζουν θριαμβευτικά. Δεν έχουμε όπλα ακόμα τουλάχιστον όχι όλοι μας γιατί διαθέτουμε περισσότερο αποτελεσματικά μέσα αγώνα. Μπαίνουμε απευθείας μέσα σε εκατομμύρια εφήβους, αυτό είναι το τεράστιο και δυναμικό όπλο μας, καθώς και η πίστη όλων τους σε εμάς. Θα χρησιμοποιήσουμε όπλα όταν θα μας υποχρεώσουν να το κάνουμε. Θα πράξουμε άλλωστε το κάθε τι αν μας αναγκάσουν… δεν τρέφουμε αυταπάτες».

Rock n roll για επαναστατικούς σκοπούς “Αδέρφια, ο καιρός έφθασε για τον καθένα μας να αποφασίσει. Ή θα είστε το πρόβλημα ή θα είστε η λύση του…”
( MC5 εισαγωγή στο “Ramblin Rose”, Kick Out The Jams LP )

Ο Wayne Kramer και ο Fred «Sonic» Smith γνωρίστηκαν στο γυμνάσιο του Lincoln Park (στην ουσία ένα προάστιο του Detroit) το 1962, σε ηλικία 14 ετών. Μέσω του Smith, ο Kramer γνώρισε τον κατά τρία χρόνια μεγαλύτερο τους Rob Tyner.(Το πραγματικό του όνομα ήταν Rob Derminer, αλλά το άλλαξε ως ένδειξη σεβασμού προς τον McCoy Tyner, τον πιανίστα του John Coltrane). Έμαθαν να παίζουν κιθάρα και σχημάτισαν τους Bounty Hunters με τον Tyner στο ρόλο του μάνατζερ. Στο συγκρότημα συμμετείχαν επίσης ο ντράμερ Leo Le Duc με τον κιθαρίστα Billy Vargo. Στις αρχές του 1964, ο Vargo παραιτήθηκε και ο Le Duc απολύθηκε για να αναλάβει τα τύμπανα ο Bob Gaspar, ενώ ο Tyner έπιασε το μπάσο.

Τον Νοέμβριο του 1964 άλλαξαν όνομα σε Motor City Five αντλώντας επιρροές από τους πρώιμους Yardbirds και τους Who, όπως εκατοντάδες άλλες 60’s garage punk μπάντες της εποχής. Ο Tyner όμως αποχώρησε λίγο πριν από την πρώτη του ζωντανή εμφάνιση, παραχωρώντας τη θέση του στον Pat Burroughs. Μερικές ημέρες αργότερα πραγματοποίησαν την πρώτη τους συναυλία στο Lincoln Park Bandshell διασκευάζοντας τραγούδια των Rolling Stones, του Jimmy Reed, του Chuck Berry και παίζοντας το πρώτο δικό τους κομμάτι με τίτλο “Black To Comm”.


Το 1966, οι Rob Tyner (τραγούδι – έχει πλέον επιστρέψει στην μπάντα), Wayne Kramer (κιθάρα), Fred “Sonic” Smith (κιθάρα), Michael Davis (μπάσο) και Dennis Thompson (ντραμς), έχουν ήδη αποκρυσταλλώσει τις αναρχίζουσες ιδέες τους και αντιλαμβάνονται τη δύναμη και την ορμή του rock n roll. Δεν αρκούνται πια στo garage που έπαιζαν στην αρχή και αρχίζουν να μεταβάλλουν σταδιακά ύφος προς έναν ήχο ακατέργαστο και ταυτόχρονα ταιριαστό με την ίδια τη πόλη και την βιομηχανία της και άκρως επιθετικό για την εποχή σε αντίθεση με τις χίπικες μπάντες που ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια σε ολόκληρη την Αμερική ζητώντας ειρήνη και αγάπη. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Robert Bixby, ο ήχος τους έμοιαζε σαν «μια καταστροφική δύναμη της φύσης που το συγκρότημα ήταν αδύνατον να ελέγξει». Το 1966 είχαν ήδη ηχογραφήσει το πρώτο τους επτάιντσο, μια διασκευή του “I Can Only Give You Everything” των Them (με το δικό τους “I Just Don’t Know” στην άλλη πλευρά), το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1967 σε περιορισμένο αριθμό 500 αντιτύπων μέσω της δισκογραφικής εταιρείας AMG.

Με τη σκέψη τους στραμμένη προς τον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο, γράφουν στίχους μανιφέστα και πραγματοποιούν εκρηκτικές εμφανίσεις σε κλαμπ, κολέγια και πανεπιστημιουπόλεις. Είναι η εποχή που η μπάντα γνωρίζεται με τον πολιτικό ακτιβιστή και ποιητή John Sinclair και τα πάντα παίρνουν τον δρόμο τους. Την πρώτη φορά που ο Sinclair είδε τους MC5 να παίζουν έμεινε άναυδος. «Ήταν απίστευτοι. Πραγματικά απίστευτοι. Προσπαθούσαν να διευρύνουν το rock and roll σε κάτι που είχε μεγαλύτερο χώρο για δημιουργικότητα και αυτοσχεδιασμό. Την εποχή εκείνη αυτοχαρακτηρίζονταν avant-garde. Για περίπου ένα χρόνο από τότε που τους πρωτοείδα δεν έχασα συναυλία τους. Τελικά έγινα κολλητός με τον Rob Tyner και τα υπόλοιπα μέλη».


Με τον Sinclair στο ρόλο του πνευματικού καθοδηγητή, οι MC5 θα αποτελέσουν το συγκρότημα που για πρώτη στην ιστορία φορά θα πολιτικοποιούσε το rock and roll. Μαζί με τους Stooges του Iggy Pop, τους συντοπίτες τους, θα έβαζαν τα θεμέλια για τη μελλοντική έκρηξη του punk, γράφοντας παράλληλα μια από τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία της rock μουσικής.

Ο Sun Ra και η μουσική του, αλλά και οι πολιτικές τους απόψεις ήταν τα κοινά στοιχεία που αρχικά έδεσαν τη σχέση τους. Αυτό που διαπίστωσε ο Sinclair ήταν ότι η μπάντα χρειαζόταν απελπιστικά ένα μάνατζερ. Και, μολονότι πολυάσχολος, αποφάσισε να αναλάβει ο ίδιος αυτό το ρόλο. Στην αρχή τους έκλεινε συναυλίες, φρόντιζε για τη μεταφορά τους στο χώρο που θα έπαιζαν και για τον εξοπλισμό τους (ένα πραγματικό χάος) και, γενικά, έκανε ό,τι θα έκανε ένας μάνατζερ.

Ο ίδιος θα έλεγε πολλά χρόνια αργότερα σε μία του συνέντευξη: «Ουσιαστικά δεν με προσέλαβαν, απλώς εγώ τους χώθηκα και ανέλαβα να συμπληρώσω το κενό που υπήρχε. Σκεφτόμουν ότι τα πράγματα θα πήγαιναν προς το καλύτερο τη στιγμή που ήταν τόσο σπουδαίοι. Θέλαμε να προκαλέσουμε και να ξυπνήσουμε συνειδήσεις. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες θα παραδεχτούν ότι μερικές φορές, για οποιονδήποτε λόγο, ανεβαίνουν στη σκηνή και δίνουν απλώς την παράστασή τους. Οι MC5 ποτέ μα ποτέ δεν ανέβαιναν μόνο και μόνο για να κάνουν το σώου τους. Έπαιζαν στην κάθε συναυλία σαν να ήταν η τελευταία τους. Ήθελαν να ισοπεδώνουν τελείως το ακροατήριο. Κάθε νύχτα. Αυτό παραήταν έντονο για τους χίπις της Δυτικής Ακτής. Μας μισούσαν, φίλε. Στο Detroit όμως προκαλούσαμε απίστευτη εντύπωση».

Οι MC5 προσπαθούσαν να κάνουν τη μουσική τους πιο αποτελεσματική και να ολοκληρωθούν ως προς τη σκηνική τους παρουσία. «Γι’ αυτά τα πράγματα μιλούσαμε συνέχεια», λέει ο Sinclair, «και στην πορεία καταναλώναμε μεγάλες ποσότητες ψυχοτρόπων ουσιών. Με τον Tyler παίρναμε LSD όλη νύχτα και κουβεντιάζαμε για τα στραβά του κόσμου».
Επενδύοντας πλέον τον ήχο τους με βίαιες ηλεκτρικές εκκενώσεις οι MC5, με τον Sinclair να απαγγέλλει εμπρηστικά ποιήματα και πολιτικά μανιφέστα και τον Lawrence Plamondon (συνιδρυτή του “Κόμματος των Λευκών Πανθήρων” μαζί με τον Sinclair), περιφέρονται στα μικρά μουσικά στέκια του Detroit και προσπαθούν να προκαλέσουν ερεθίσματα στην κουρασμένη από την δουλειά νεολαία και στους απογοητευμένους άνεργους. Παράλληλα, δημιουργούν την Trans Love Εnergies Commune με έδρα στο Ann Arbor του Μίσιγκαν. Ένα κοινόβιο κομμούνα και, ταυτόχρονα, εργαστήριο πολιτιστικής και πολιτικής αγκιτάτσιας του Κόμματος των Λευκών Πανθήρων. Ο Sinclair χρίζεται “υπουργός πληροφόρησης” της κομμούνας προς τα έξω.

Έργα και ημέρες του John Alexander Sinclair

Ο John Alexander Sinclair υπήρξε από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες της αμερικανικής υποκουλτούρας στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60. Ποιητής, συγγραφέας, πολιτικός ακτιβιστής, πνευματικός καθοδηγητής των MC5 και ιδρυτής του Κόμματος των Λευκών Πανθήρων (σε ένδειξη έμπρακτης αλληλεγγύης προς το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων), γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1941 στο Flint του Μίσιγκαν και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Davidson, μια κωμόπολη αμιγώς λευκών. Οι γονείς του ήταν μεσοαστοί Δημοκρατικοί με έντονη πολιτική δραστηριότητα και η επιθυμία τους ήταν να δουν το γιο τους δικηγόρο. Ατύχησαν…

Όπως λέει και ο ίδιος για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια: «Οι Αφροαμερικανοί δεν είχαν δικαίωμα στην εκπαίδευση ή σε οποιοδήποτε άλλο κομμάτι της αμερικανικής μαλακίας. Υπήρχαν ξεχωριστές κρήνες για να πίνουν οι Έγχρωμοι νερό. Υπήρχε ένα λευκό πέπλο, θα λέγαμε, ανάμεσα στη λευκή και τη μαύρη Αμερική. Δεν μπορούσες να διεισδύσεις από καμία κατεύθυνση».

Ο John Sinclair 

Υπήρχε όμως το ραδιόφωνο. Στην πρώιμη εφηβεία του, ο John ήρθε σε επαφή με τη μουσική των μαύρων μέσω του ραδιοφώνου, ακούγοντας rhythm and blues και rock and roll: «Το “Maybellene” του Chuck Berry από την Chess Records κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1955 και ήταν το πιο εντυπωσιακό πράγμα που είχα ακούσει μέχρι τότε. Μετά το σχολείο πηγαίναμε στο στέκι μας όπου μπορούσες να παίξεις έξι δισκάκια για 25 σεντς. Βάζαμε τα κέρματα στο τζουκ μποξ και ακούγαμε αυτό το κομμάτι έξι φορές. Δεν θέλαμε ν’ ακούσουμε τίποτε άλλο. Κάπως έτσι ξεκίνησα. Το να ακούς αυτή τη μουσική που προερχόταν από την καρδιά αυτής της εμπειρίας ήταν απίθανο. Δεν είχα ιδέα τι σήμαινε, από πού προερχόταν ή ποιοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι, αλλά ήταν η μαγεία. Κι έτσι ήθελες να το ψάξεις περισσότερο. Εκείνες τις μέρες, αν ήθελες να ξεφύγεις από τα συνηθισμένα έπρεπε να κοπιάσεις και να ψάξεις πολύ. Υπήρχε το κυρίαρχο ρεύμα κι όλα τα άλλα ήταν ρυάκια, αλλά κανείς δε μιλούσε γι’ αυτά, δεν ήξερες καν ότι υπήρχαν».

Για να βρίσκει τους δίσκους που έπαιζαν οι μαύροι ραδιοσταθμοί, τα Σάββατα ταξίδευε με ωτοστόπ μέχρι το Φλιντ, καμιά δεκαριά χιλιόμετρα από το Ντέιβιντσον, και πήγαινε από το ένα δισκάδικο στο άλλο κλέβοντας όσα σαρανταπεντάρια μπορούσε καθώς, όντας 13-14 χρονών, δεν είχε χρήματα για να τα αγοράζει: «Έπρεπε να αποκτήσω αυτούς τους δίσκους. Αν ο Fats Domino είχε είκοσι πέντε επτάιντσα στην Imperial, έπρεπε να τα έχω όλα».
Παρακολούθησε την πρώτη του συναυλία γύρω στα δεκατέσσερα στο ΙΜΑ Auditorium στο Flint. Ήταν μια σπάνια κοινή εμφάνιση λευκών και μαύρων μουσικών: ο Frankie Lyman με τους Teenagers και ο θρυλικός Bill Haley με τους Comets. Τον πήγε ο πατέρας του με το αυτοκίνητο και αργότερα επέστρεψε για να τον παραλάβει.

Στο κολέγιο τον κατέκτησε η jazz και έγινε φανατικός ακροατής του John Coltrane, του Sun Ra, του Cecil Τaylor, του Pharoah Sanders και του Archie Shepp. Για τον Sinclair το rock n roll ήταν ένας όρος τους μάρκετινγκ, ενώ το rhythm and blues ήταν μια μουσική φόρμα: “Είχα τους δίσκους του Elvis και τις πρώτες ηχογραφήσεις του για την RCA, αλλά για μένα ήταν απλώς άλλος ένας καλλιτέχνης. Δεν ήταν βασιλιάς, αλλά ένας καλλιτέχνης που έκανε καλούς δίσκους όπως o Carl Perkins, o Buddy Holly και ο Warren Smith. Τα δικά μου ενδιαφέροντα εστιάζονταν κυρίως γύρω από την αφροαμερικάνικη μουσική”.

Στο κολέγιο ήρθε σε επαφή με την κουλτούρα των Beatniks που αργότερα θα καθόριζε τη ζωή και την ποίησή του. Εκεί επίσης ανακάλυψε τη μαριχουάνα (κάπνισε για πρώτη φορά το 1961) και διαπίστωσε ότι το «χόρτο» διεύρυνε τη συνείδησή του και τη δημιουργικότητά του, μια πεποίθηση που διατηρεί ακλόνητα μέχρι σήμερα.

Έπειτα από ένα χρόνο στο κολέγιο του Άλμπιον, ο Sinclair παράτησε τις σπουδές του και επέστρεψε στο Flint όπου συνέχισε να εξερευνά την κουλτούρα των μαύρων συχνάζοντας σε μπλουζ και τζαζ κλαμπ του γκέτο της πόλης: «Ήμουν ένας λευκός νέγρος με όλη τη σημασία του όρου, τριγύριζα στους δρόμους, σύχναζα σε μπαρμπέρικα και σε μπιλιάρδα. Η όλη φάση, ρατσισμός, φυλετικός διαχωρισμός, είναι φρίκη. Όταν τους προσεγγίσεις μέσα από τη μουσική, οι μαύροι καλλιτέχνες παρουσιάζονται με το ευγενέστερο πρόσωπο είναι η καλύτερη εκπροσώπηση των μαύρων. Οι δίσκοι του Ray Charles, του Muddy Waters, του Sam Cook ή του Little Walter είναι αριστουργήματα της ιστορίας του ανθρώπου. Δεν μπορείς να τους δεις σαν κλέφτες αυτοκινήτων, όπως τους προβάλλει η τηλεόραση. Τους βλέπεις σαν ιδιοφυΐες, σαν δημιουργούς».

Το Εργαστήρι Καλλιτεχνών

Την άνοιξη του 1964, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, μετακομίζει στο Detroit και γράφεται στο πανεπιστήμιο Γουέιν. Τότε γνωρίζει την Magdalene «Leni» Arndt, μια χαρισματική καλλιτέχνιδα/ φωτογράφο μετανάστρια από την Ανατολική Γερμανία που σπούδαζε στο ίδιο πανεπιστήμιο. Ο μποέμικος τρόπος ζωής του και οι άκρες του με τα ναρκωτικά (έχει ήδη συλληφθεί για πρώτη φορά στις 7 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς για κατοχή και πώληση καταδικάστηκε σε δυο χρόνια με αναστολή και 250 δολάρια πρόστιμο) τον φέρνουν αμέσως σε επαφή με το μικρό κύκλωμα των χίπστερ (καμία απολύτως σχέση με τους σημερινούς φλώρους) της αντικουλτούρας στην πόλη και κάπως έτσι γνωρίζει τον τρομπετίστα Charles Moore και ποιητές όπως ο Allen Van Newkirk και ο George Tysh.


Σύντομα ο John και η Leni αρχίζουν να συζητούν με φίλους και γνωστούς για το ενδεχόμενο της δημιουργίας ενός συλλόγου με μέλη ποιητές, μουσικούς και καλλιτέχνες της περιοχής. Τελικά κατέληξαν στην ίδρυση του Εργαστηρίου Καλλιτεχνών, ενός χώρου όπου κάθε Κυριακή άνοιγε τις πόρτες του για όποιους επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν τζαζ μουσικούς, ποιητικές βραδιές, εκθέσεις φωτογραφίας και ζωγραφικής, αλλά και προβολές πρωτοποριακών ταινιών. Ο Sinclair και ο Moore συμμετείχαν σε ένα τζαζ κουαρτέτο, ενώ η Leni άρχισε να πειραματίζεται με τη φωτογραφία και τoν κινηματογράφο.

Τα δυο επόμενα χρόνια το εργαστήρι επέκτεινε τις δραστηριότητές του και στον εκδοτικό τομέα και το 1965 κυκλοφόρησε το This is Our Music, το πρώτο βιβλίο με ποιήματα του Sinclair. Μέλη της κολεκτίβας εξέδωσαν επίσης την underground εφημερίδα Guerilla με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο: «Μια εφημερίδα πολιτιστικής επανάστασης» και διάφορα άλλα σχετικά έντυπα. Οι δραστηριότητες του Sinclair ήταν ποικίλες: κλείσιμο διαφόρων χώρων για καλλιτεχνικά δρώμενα, μια δεκαπενθήμερη στήλη για το ιστορικό τζαζ περιοδικό Downbeat (με αμοιβή οκτώ δολάρια το κομμάτι) και δυο βιβλία ποίησης, το Fire Music: A Record και το Meditations: A Suite for John Coltrane. Αναφερόμενος ο ίδιος σε εκείνη τη περίοδο είχε πει: «Το μόνο που μας ενδιέφερε ήταν η jazz. Καθόμαστε παρέα και καπνίζαμε “χόρτο”. Δεν πολυβγαίναμε γιατί θεωρούσαμε τους άλλους ανθρώπους βαρετούς. Μπορεί να μας έβλεπαν και γι’ αυτούς το θέαμα σίγουρα δεν ήταν ευχάριστο. Δεν υπήρχαν και πολλά μέρη που θα ήθελες να πας».

Τα μέλη του Εργαστηρίου προσπαθούσαν να διανέμουν τα φυλλάδια με τις δραστηριότητές τους σε «συγκεκριμένα άτομα». Επικρατούσε μια ελιτίστικη ατμόσφαιρα και η ιδέα της διασποράς της πολιτιστικής τους επανάστασης σε ευρύτερο κομμάτι της αμερικανικής νεολαίας απείχε πολύ από τις πρωτότυπες θέσεις της κολεκτίβας. Το 1965, ο Sinclair και άλλα μέλη του Εργαστηρίου παρακολούθησαν τη Διάσκεψη των Ποιητών που πραγματοποιήθηκε στο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας. Εκεί γνώρισε τον Allen Ginsberg, τον Εd Sanders και άλλους από τους beatniks.

Στο μεταξύ, η πρώτη του σύλληψη είχε κινήσει το ενδιαφέρον της αστυνομίας του Detroit και το καλοκαίρι του 1965 ένας ντετέκτιβ της Δίωξης κατάφερε να διεισδύσει στο Εργαστήρι και να πείσει τον Sinclair να του «βρει» μαριχουάνα. Τον Οκτώβριο η αστυνομία εισέβαλε στο χώρο του Εργαστηρίου και τον συνέλαβε μαζί με τη Leni και μερικά ακόμα άτομα. Λόγω της προηγούμενης καταδίκης του, ο Sinclair καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση τον Φεβρουάριο του 1966 και αυτή τη φορά υποχρεώθηκε να εκτίσει την ποινή του, ενώ οι εφημερίδες του Detroit τον χαρακτήριζαν ως τον επικεφαλής του κυκλώματος διακίνησης στην πανεπιστημιούπολη του Γουέιν. Πριν ανακοινώσει την καταδικαστική απόφαση, ο δικαστής είπε για τον Sinclair: «Πρόκειται για άτομο που εσκεμμένα έχει προκαλέσει και χλευάσει τον νόμο».

Η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο. Η Trans Love Commune και το Κόμμα των Λευκών Πανθήρων

Τον Φεβρουάριο του 1967, ο John, η Leni και ο καλλιτέχνης Gary Grimshaw θα ιδρύσουν σε μια γειτονιά του Detroit μια «απόλυτη συνεργατική κομμούνα ζωής και εργασίας» και θα την ονομάσουν Trans-Love Energies Unlimited. Το κτήριο που στέγασε την κομμούνα ήταν γνωστό σαν «Το Κάστρο» και λειτουργούσε ως όχημα ποικίλων δραστηριοτήτων όπως το μανατζάρισμα συγκροτημάτων (MC5, The Up), η έκδοση underground εντύπων (GuerillaThe Fifth Estate, The Warren-Forest Sun κ.α.), η οργάνωση συναυλιών και light show κ.α. Και φυσικά, ήταν το στρατηγείο του κόμματος των Λευκών Πανθήρων. Τα μέλη της κομμούνας είχαν διαπιστώσει από νωρίς το ενδεχόμενο της εκμετάλλευσης της rock μουσικής ως όχημα για ριζοσπαστική αλλαγή και δράση σε ένα χώρο πέρα από την κατεστημένη, ακόμα και την «εναλλακτική», αμερικανική αριστερά, με στόχο την ακόμα μεγαλύτερη συνειδητοποίηση του κινήματος της νεολαίας.
Και τότε φτάνει το καλοκαίρι της φωτιάς. Τον Αύγουστο του 1968 στο Σικάγο και κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των Δημοκρατικών, οι Yippies έχουν κατεβάσει το θέατρο στους δρόμους προτείνοντας ένα στρουμπουλό γουρούνι για Πρόεδρο των Η.Π.Α., με αποτέλεσμα ένα εξαήμερο ταραχών. Οι Yippies ήταν ένα κίνημα πολιτικοποιημένων αναρχικών “χίπις” που εγκαινίασε τη δράση του στις αρχές του 1968. Έδρασαν, κυρίως, στις Η.Π.Α. με διάφορες τεχνικές πρόκλησης, θεωρώντας ότι η ιδιοποίηση και η εκτροπή των όπλων προπαγάνδας των κρατούντων είναι εφικτά. Η ίδρυση προήλθε από εφτά ριζοσπάστες αμερικανούς “χίπις” και ακτιβιστές, τον Αbbie Hoffman, την Anita Hoffman, τον Jerry Rubin, τη Nancy Kurshan, τον Paul Krasner, τον Keith Lampe και τον Bob Fass, έπειτα από τη γνωριμία τους στην περικύκλωση του πενταγώνου τον Οκτώβριο του 67’. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1968 αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα καινούργιο κίνημα που θα έστρεφε τους μέχρι τότε διαμαρτυρόμενους νέους προς τη συγκρότηση ενός νέου αναρχίζοντος αμαλγάματος πολιτικής δράσης, ερωτισμού, ροκ μουσικής και ψυχοτρόπων ουσιών. Τις επόμενες εβδομάδες προσχώρησαν και άλλες γνωστές προσωπικότητες της άκρας αριστεράς, κυρίως από την ευρύτερη πολιτική οργάνωση Φοιτητές για μια Δημοκρατική Κοινωνία (SDS). Το κίνημα αυτό, ύστερα από πρόταση της Ανίτα Χόφμαν, ονομάστηκε Διεθνές Κόμμα Νεολαίας (Youth International Party).


Το underground περιοδικό The Fifth Estate του Detroit δημοσιεύει σαν κεντρικό του θέμα τις απόψεις του Sinclair προς τους φοιτητές και τους διανοούμενους ενώ τον Οκτώβριο του ’68, στην αίθουσα Grande Ballroom, ο Russ Cibb φιλοξενεί τους MC5, οι οποίοι δίνουν μία ακόμα ξέφρενη συναυλία αναγγέλλοντας στο κοινό: «Αδέρφια, ο καιρός έφθασε για τον καθένα μας να αποφασίσει. Ή θα είστε το πρόβλημα ή θα είστε η λύση του…». Αυτή η σύντομη διακήρυξη που εκστομίζεται μέσα σε μία ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ηχογραφείται για να αποτελέσει την εισαγωγή στο πρώτο LP της μπάντας, το θρυλικό Kick Out The Jams. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα, οι MC5, έχουν υπογράψει συμβόλαιο με την Elektra Records και μάλιστα την ίδια μέρα μαζί με την άλλη σπουδαία μπάντα που άλλαξε τον rock n roll από την ίδια περιοχή, τους Stooges. Στο εσώφυλλο του δίσκου που γίνεται ανάρπαστος φιγουράρουν οι MC5 φορώντας κονκάρδες του κόμματος, ενώ σε ένα σύντομο σημείωμα ο Sinclair εξηγεί τι θέλει να πετύχει το γκρουπ. Ένα κείμενο, το οποίο θα αφαιρεθεί λίγο αργότερα από κάθε επανακυκλοφορία του άλμπουμ.


Η ίδρυση του Κόμματος των Λευκών Πανθήρων (White Panthers Party) την 1 Νοεμβρίου 1968 προέκυψε ως ένα όχημα αλληλεγγύης στο ήδη υπάρχον Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων. Αφορμή υπήρξε η απάντηση του Huey P. Newton, μαύρου ακτιβιστή και ηγετικού στελέχους των τελευταίων, σε ερώτηση δημοσιογράφου για το τι μπορούν να κάνουν οι λευκοί προκειμένου να υποστηρίξουν τον αγώνα των Αφροαμερικανών: “Να ιδρύσουν ένα κόμμα Λεύκων Πανθήρων”. Έτσι, μέσα από την ανάγκη για κάτι περισσότερο ριζοσπαστικό και καθώς δεν έβλεπε καμία προοπτική στις αριστερίστικες φοιτητικές οργανώσεις, ο Lawrence Plamondon, η Leni Arndt και ο John Sinclair αποφασίζουν να ιδρύσουν το κόμμα. Στην απόφαση για την ίδρυση συνέβαλαν και οι άσχημες εμπειρίες που είχαν αποκομίσει τα μέλη των MC5 κατά την άγρια αστυνομική καταστολή το καλοκαίρι του 1968. Η πρώτη δυσάρεστη εμπειρία επήλθε στις 23 Ιουλίου 1968, όταν ο σερίφης του Όκλαντ συνέλαβε τον Sinclair όσο τον κιθαρίστα της μπάντας, Fred “Sonic” Smith, για “αντίσταση κατά της αρχής”. Στο κρατητήριο τους είχαν κουρέψει με το ζόρι τα μακριά μαλλιά τους, ενώ μόλις τρεις ημέρες αργότερα όλο το συγκρότημα συνελήφθη για “διατάραξη κοινής ειρήνης” στη διάρκεια μιας δωρεάν συναυλίας στο West Park. Η δεύτερη δυσάρεστη εμπειρία ήταν κατά τις ταραχές που είχαν ξεσπάσει τον Αύγουστο του 1968 όταν οι Yippies είχαν προσπαθήσει να διοργανώσουν στο Σικάγο ένα «Φεστιβάλ Ζωής» (Festival of Life) ως παρέμβαση στο προαναφερθέν συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι ηγέτες τους Ed Sanders, Jerry Rubin και Abbie Hoffman, καθώς και ο beatnik ποιητής Allen Ginsberg, είχαν καλέσει επίσημα τον Sinclair και τους MC5 να εμφανιστούν στο φεστιβάλ και εκείνοι είχαν δεχθεί χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η προγραμματισμένη όμως εμφάνιση των MC5, του μοναδικού συγκροτήματος που είχε τελικά δεχτεί και τολμήσει να συμμετάσχει στο φεστιβάλ, πυροδότησε τελικά τις ταραχές την Κυριακή 25 Αυγούστου 1968.


Ο ίδιος ο Sinclair αφηγήθηκε τα γεγονότα με τα εξής λόγια: “Όπως αποδείχθηκε τελικά, ήμασταν το μοναδικό συγκρότημα από όλη την χώρα που εμφανίστηκε για να παίξει… ακόμα και οι Fugs δεν είχαν έρθει… είχαν τρομοκρατηθεί!… Οι διοργανωτές (οι Yippies) δεν είχαν στήσει καν σκηνή. Δεν είχαν άδεια. Δεν είχαν δύναμη… Στήσαμε λοιπόν τα όργανα καταγής στο γρασίδι και πήραμε ρεύμα από μια καντίνα… Παίξαμε μερικά τραγούδια στο γρασίδι, όπως κάναμε συνήθως στο Αν Άρμπορ στις δωρεάν συναυλίες μας… Τότε ο Abby Hoffman αποφάσισε ξαφνικά ότι είχε έλθει η ώρα να ξεκινήσει ο χαμός. Είχε ένα τεράστιο επίπεδο όχημα που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για σκηνή αλλά του είχαν απαγορεύσει να το μεταφέρει μέσα στο πάρκο. Αποφάσισε λοιπόν να το φέρει μέσα ο κόσμος να χαλάσει παρ’ όλο που γνώριζε ότι θα προκαλούσε σύγκρουση… Άρχισε λοιπόν να φέρνει το όχημα και μετά ανέβηκε επάνω του και άρχισε να παίρνει το μικρόφωνο ανάμεσα στα τραγούδια, συνθηματολογώντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο… Η αστυνομία είχε ήδη αρχίσει να εισβάλλει στο πάρκο και πλησίαζε όλο και πιο κοντά… Εμείς μόλις την τελευταία στιγμή προλάβαμε να μαζέψουμε τον εξοπλισμό μας και να απομακρυνθούμε. Η αστυνομία είχε πλημμυρίσει όλη την περιοχή και τότε ήταν που ξεκίνησε ο χαμός”.


Η φοβερή εμπειρία των έξι ημερών βίας στο Σικάγο έπεισε τους Plamondon και Sinclair ότι, όπως ακριβώς οι ακτιβιστές για τα δικαιώματα των Aφροαμερικανών, έτσι και οι λευκοί ακτιβιστές χρειαζόταν να οργανώσουν την άμυνά τους απέναντι στην αστυνομική βία, όχι με την χαλαρή και μάλλον ανεύθυνη οργανωτική δομή των Yippies, αλλά με μία οργάνωση αυξημένης συνοχής και συγκεκριμένου προγράμματος. Από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής τους, οι «Λευκοί Πάνθηρες» φρόντισαν να κάνουν σαφές στο κοινό ότι δεν αποτελούσαν ρατσιστική ομάδα λευκών, αλλά «ακριβώς το αντίθετο». Απέναντι στο λεγόμενο «σύστημα» η οργάνωση καλλιέργησε τη συγκρουσιακή πολιτική και προώθησε το κύριο σύνθημά της: «Καθολική επίθεση στην κατεστημένη κουλτούρα με όποιο μέσο κρίνεται αναγκαίο». Το σύνθημα ανήκε στον beat συγγραφέα William S. Burroughs. Στην ιδρυτική διακήρυξη της οργάνωσης, την οποία υπέγραφε ο “υπουργός Προπαγάνδας” Sinclair με ημερομηνία 1 Νοεμβρίου 1968 ως και η οποία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό The Fifth Estate στις 14 Νοεμβρίου 1968, ανάμεσα σε άλλα αναφέρονταν και τα ακόλουθα:

«Το Πρόγραμμά μας είναι Πολιτιστική Επανάσταση μέσα από μία καθολική επίθεση στην κατεστημένη κουλτούρα, για την οποία θα χρησιμοποιήσουμε κάθε εργαλείο, κάθε ενέργεια και κάθε μέσον που μπορεί να περιέλθει στα χέρια της συλλογικότητάς μας. Μεταφέρουμε το Πρόγραμμά μας παντού όπου πηγαίνουμε και μεταχειριζόμαστε όποιο μέσο απαιτείται για να μάθει ο κόσμος τι ζητάμε. Η κουλτούρα μας, η τέχνη μας, η μουσική, οι εφημερίδες, τα βιβλία, οι αφίσες, τα ρούχα μας, τα σπίτια μας, ο τρόπος που περπατάμε και μιλάμε, ο τρόπος που μεγαλώνουν τα μαλλιά μας, ο τρόπος που καπνίζουμε χόρτο και κάνουμε έρωτα και τρώμε και κοιμόμαστε όλα είναι ένα μήνυμα, και το μήνυμα αυτό είναι ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

…Απαιτούμε απόλυτη ελευθερία για όλους! Και κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει πριν την αποκτήσουμε. Είμαστε κακοί. Υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων επάνω στον πλανήτη: εκείνοι που αποτελούν το πρόβλημα και εκείνοι που αποτελούν την λύση. ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΛΥΣΗ… Η γουρουνολευκή κουλτούρα που μας προσφέρθηκε επάνω σε ασημένια πιατέλα για εμάς δεν έχει κανένα απολύτως νόημα! Την απορρίπτουμε!… Εμείς ανασαίνουμε Επανάσταση. Είμαστε οι λυσεργικόξινοι μανιακοί του σύμπαντος. Θα κάνουμε όλα όσα περνούν από το χέρι μας για να τρελάνουμε τους ανθρώπους, να τους βγάλουμε από τα κεφάλια τους και να τους χώσουμε στα σώματά τους.”

Η Απάντηση του κράτους είναι πάντα η ίδια και ονομάζεται καταστολή

Η κομμούνα Trans Love αρχίζει να γίνεται ενοχλητική και επικίνδυνη. Το σύστημα, με τη σειρά του, αξιολογεί την απήχηση της μπάντας και αρχίζει να καταστρώνει σχέδια και μηχανισμούς για να κτυπήσει το ρεύμα που έχουν δημιουργήσει οι MC5. Ο πρώτος που την πληρώνει είναι τελικά ο Max Scherr, εκδότης του underground περιοδικού The Berkeley Barb στο Berkeley της Καλιφόρνια. Τον Μάρτιο του 1969 του κλείνουν το περιοδικό και του ασκούν δίωξη για… πορνογραφία, επειδή είχε δημοσιεύσει μία φωτογραφία με τους MC5 γυμνούς μαζί μία επίσης γυμνή κοπέλα των Λευκών Πανθήρων, δίπλα σε ένα κείμενο με την άποψη κάλεσμα της ομάδας σε ελεύθερο σεξ στους δρόμους και τις πλατείες των πόλεων.
Ένα μήνα αργότερα έρχεται η σειρά των ίδιων. Συλλαμβάνουν τον Sinclair με την κατηγορία της κατοχής μαριχουάνας όταν χάρισε δύο “μπάφους” σε δύο ασφαλίτες που είχαν επισκεφτεί τη κομμούνα ως ενδιαφερόμενοι για τη δράση του. Στην δίκη που ακολούθησε ο Sinclair τελικά καταδικάστηκε σε εννέα και μισό με δέκα χρόνια φυλακή ! Η ανακοίνωση της απόφασης που εκδόθηκε στις 25 Ιουλίου 1969, προκάλεσε τέτοια οργή σε όλες τις Η.Π.Α. ώστε αμέσως δημιουργήθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης για την αποφυλάκισή του. Ένας από τους πρωτεργάτες του κινήματος ήταν ο John Lennon, ο οποίος εγκαινίασε συγκεντρώσεις αλληλεγγύης και καμπάνιες ενώ συνέθεσε ένα τραγούδι διαμαρτυρίας για την περίπτωσή του. Τα πράγματα ωστόσο χειροτέρεψαν. Το 1970 οι αρχές συνέλαβαν και τον Lawrence Plamondon με τη κατασκευασμένη κατηγορία ότι οργάνωνε σχέδιο βίαιης απελευθέρωσης του συντρόφου του, Sinclair. Το κοινόβιο Trans Love δέχθηκε άγριες διώξεις και αποδιοργανώθηκε. Οι MC5 είχαν πλέον να επιλέξουν ανάμεσα στην αυτοδιάλυση ή την απομάκρυνσή τους από την κομμούνα. Επέλεξαν το δεύτερο.

Ακόμη και χωρίς γρανάζι η μηχανή εξακολουθεί να γρυλίζει ως το τέλος

Η δεκαετία του 1970 που μόλις ανατέλλει τους βρίσκει χωρίς εταιρία, μετά τη καταστολή που υπέστησαν. Ο John Landau, γνωστός μουσικοκριτικός του rock n roll, μεσολαβεί και οι MC5 υπογράφουν συμβόλαιο με την εταιρεία Atlantic που, κατόπιν δικής του προτροπής, το 1970 κυκλοφόρησε το δεύτερο LP του συγκροτήματος με τίτλο Back in The USA. Το συγκρότημα δείχνει να έχει ξεπεράσει, τουλάχιστον μουσικά, τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει. Μπορεί οι MC5 να μετρίασαν το λόγο τους αλλά διατήρησαν την ίδια αγριάδα, την ίδια οργή, τον ίδιο πρωτόγονο αυθορμητισμό στις συνθέσεις, στους στίχους και στο παίξιμο. Μόνο που τώρα έχουν απορρίψει την προηγούμενη στρατευμένη εικόνα τους: δεν υπάρχουν πλέον συνθήματα, δεν προπαγανδίζουν, δεν περνιούνται για γκρουπ καθοδήγησης. Τα κομμάτια τους είναι αυθεντική προέκταση του rock n roll της δεκαετίας του ’60. Ένας ήχος μέσα από μία μουσική που σε κάνει να σηκώνεσαι από το κάθισμά σου που σου τυλίγει το μυαλό. Τα κομμάτια “Teenage Lust”, “American Ruse” και “Call Me Animal” μπορεί να μην εκστομίζουν πύρινες διακηρύξεις για τη καταστροφή του υπάρχοντος, έχουν όμως ακόμα μέσα τους το γρύλισμα του αδέσποτου σκύλου της γκρίζας αυτοκινητούπολης. Το LP πηγαίνει πολύ καλά στις πωλήσεις και η Atlantic τους προσφέρει συμβόλαιο για ένα ακόμη άλμπουμ. Το 1971 η κυκλοφορία του τρίτου μεγάλου δίσκου τους High Time είναι γεγονός όπως είναι γεγονός και η αρχή του τέλους για τους MC5. Ο δίσκος δεν πηγαίνει καθόλου καλά στις πωλήσεις και η Antantic η οποία, όπως όλες οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες, είχε ως μοναδικό κριτήριο το κέρδος, καταγγέλλει το συμβόλαιο με το συγκρότημα και το τελικά διακόπτει. Το 1972 η μπάντα αποφασίζει να διαλυθεί συνειδητοποιώντας τα σημεία των καιρών και μη χάνοντας την ευκαιρία να βρει τη θέση της ανάμεσα στα “αθάνατα” ονόματα της rock, αφού πρόλαβε να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής της πριν βυθιστεί στον σκοτεινό κύκλο της εκπόρνευσης, της θεοποίησης, του ευνουχισμού και της καρικατούρας.

Κοινή συνέντευξη του Κόμματος των Μαύρων Πανθήρων και του Κόμματος των Λευκών Πανθήρων

Επίμετρο

– Το 1992 οι MC5 επανασυνδέθηκαν ως κουαρτέτο για να εμφανιστούν στο Κρατικό Θέατρο του Ντιτρόιτ σε μια συναυλία αφιερωμένη στον Rob Tyner, ο οποίος είχε πεθάνει τον Σεπτέμβριο της προηγούμενης χρονιάς. Η εμφάνισή τους διήρκεσε μόλις 30 λεπτά. Ηχογραφήθηκε αλλά το υλικό παραμένει ακυκλοφόρητο. Έπαιξαν τρία κομμάτια (“Ramblin’ Rose”, “Black To Comm”, “Kick Out The Jams”) ενώ ενδιάμεσα οι Fred Smith και Wayne Kramer μίλησαν για το φίλο τους.

– To 2003, τα τρία εναπομείναντα μέλη της αρχικής σύνθεσης, Kramer, Davis, και Thompson (o Fred Smith, παντρεμένος από το 1980 με την Patti Smith, είχε  αποδημήσει εις Κύριον τον Νοέμβριο του 1994) εμφανίστηκαν ως MC5 στο 100 Club του Λονδίνου με τον κιθαρίστα Nicke Andersson των Σουηδών Hellacopters, στη θέση του Smith, και με διάφορους τραγουδιστές όπως ο Dave Vanian (The Damned), o Lemmy, o Ian Ashtbury (The Cult) και η Kate O’Brien. Τον επόμενο χρόνο περιόδευσαν ως εκτεταμένα σε όλο τον κόσμο ως DKT/MC5 με διάφορους μουσικούς, ανάμεσά τους οι Mark Arm (Mudhoney), Nicke Royale (Hellacopters), Evan Dando (The Lemonheads), Deniz Tek (Radio Birdman) κ.α.

– Από τις αρχές του 2005 οι MC5 σταθεροποίησαν τη σύνθεσή τους με τους Kramer, Thompson και Davis με τραγουδιστή τον Handsome Dick Manitoba (The Dictators) και συνέχισαν μέχρι το θάνατο του Michael Davis τον Φεβρουάριο του 2012.

– Έπειτα από αρκετές καταδίκες για κατοχή μαριχουάνας, το 1969 o John Sinclair καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση έχοντας δώσει δυο τσιγαριλίκια σε μυστικό αστυνομικό της Δίωξης. Η αυσηρότητα της ποινής ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από διάσημους και μη και στη διάρκεια της εμφάνισης των Who στο φεστιβάλ του Woodstock τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο beat ποιητής Allen Ginsberg άρπαξε το μικρόφωνο αλλά μόλις πρόλαβε να εκστομίσει μερικά λόγια συμπαράστασης υπέρ του Sinclair πριν ο Pete Townsend τον πετάξει από τη σκηνή χτυπώντας τον με την κιθάρα του. Ο John Lennon παρουσίασε ζωντανά στην τηλεόραση το νέο του κομμάτι “John Sinclair” – “They gave him ten for two what else can the bastards do?”. Τα επόμενα χρόνια οργανώθηκαν πολλές εκδηλώσεις συμπαράστασης και τελικά το 1971 ο Sinclair απελευθερώθηκε όταν το Ανώτατο Δικαστήριο του Μίσιγκαν έκρινε αντισυνταγματικούς τους νόμους της πολιτείας για τη μαριχουάνα. Τα γεγονότα αυτά ενέπνευσαν to Hash Bash, το ετήσιο φεστιβάλ για την αποποινικοποίηση της χρήσης που πραγματοποιείται μέχρι σήμερα και είχε ως αποτέλεσμα την αποποινικοποίηση της χρήσης στο Ann Arbor. Σήμερα ο John Sinclair ζει στο Άμστερνταμ και συνεχίζει τον ακτιβισμό του, ενώ καλλιεργεί και καλλιεργεί σπόρους κάνναβης δίνοντας διαλέξεις και γράφοντας.

Γράφουν οι ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΗΒΑΣ και ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΣΤΑΝΑΡΑΣ www.merlins.gr

H Jessie Ware αυτό το καλοκαίρι αναρωτιέται “What’s Your Pleasure?

H Jessie Ware αυτό το καλοκαίρι αναρωτιέται “What’s Your Pleasure?”

Το νέο της άλμπουμ είναι μια ωδή στο αισθητικό, χορευτικό καλοκαίρι.

Πιο ερωτική; Σίγουρα. Λιγότερο pop λυρική; Επίσης. Η Jessie Ware μάλλον έβαλε ένα στοίχημα με τον εαυτό της και φαίνεται να το κερδίζει: να φτιάξει ένα αισθησιακό dance άλμπουμ, κάνοντας και τον πιο βαριεστημένο θαμώνα ενός μπαρ να λικνιστεί στους ηλεκτρονικούς ρυθμούς που επέλεξε γι’ αυτή της τη δουλειά με μαεστρία.

To “What’s Your Pleasure”, ο τέταρτος ολοκληρωμένος δίσκος της Βρετανής καλλιτέχνιδας, που πλέον τολμά να μιλήσει για απτές ερωτικές επιθυμίες, κι όχι απλά για ευσεβείς πόθους.

Η τόλμη του πάθους που εκφράζει έρχεται σε κόντρα με τα έντονα electro-pop στοιχεία, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα δημιουργεί ένα κράμα που μόνο αδιάφορο δεν περνά (και το Shazam να πιάνει φωτιά).

Disco νότες ξεπετάγονται εδώ κι εκεί, όπως στο Mirage (Don’t Stop), που σαμπλάρει περίτεχνα το Cruel Summer των Bananarama, σέξι απαιτητικοί στίχοι στο ομότιτλο “What’s Your Pleasure” ζητούν το σώμα σου να συμμετέχει αβασάνιστα στην ορμή της Ware, στο “Ooh La La” σου κάνει ένα ήπιο tease για να θες κι άλλο, να θες να ακούσεις και τα υπόλοιπα εννιά κομμάτια του άλμπουμ.

Η Ware μοιάζει να τολμά και αυτό φαίνεται και απ’ την αισθητική των video clips της. Πιο ενήλικη, πιο γυναίκα, πιο κατασταλαγμένη.

Δεν θα χαρακτήριζα επ’ ουδενί το “What’s Your Pleasure” το άλμπουμ της χρονιάς, ωστόσο ορκίζομαι πως τα κομμάτια του θα κάνουν το καλοκαίρι μου ένα τσικ πιο φλογερό, και σίγουρα πιο χορευτικό…

Κέλλυ Κουναλάκη www.ogdoo.gr

Στα σινεμά η ιστορική συναυλία των Rolling Stones στην Αβάνα!

Στα σινεμά η ιστορική συναυλία των Rolling Stones στην Αβάνα!

(VIDEO) Το περίφημο «Rolling Stones: Havana Moon» στις αίθουσες αυτό το καλοκαίρι.

Η περιλάλητη συναυλία που έδωσαν οι Rolling Stones στην Αβάνα της Κούβας, το Μάρτη του 2016, στο αθλητικό συγκρότημα Ciudad Deportiva de la Habana, βιντεοσκοπήθηκε και θα προβληθεί στις αίθουσες, σε ΗΠΑ και Καναδά από τις 10 Ιουλίου.

Το «The Rolling Stones: Havana Moon» σκηνοθέτησε Paul Dugdale σε παραγωγή του Simon Fisher.

Ο πρώτος δηλώνει σχετικά: «Είμαι τόσο ενθουσιασμένος που το Havana Moon βρήκε το δρόμο προς τη μεγάλη οθόνη, ειδικά σε μια τόσο περίεργη στιγμή για τη ζωντανή μουσική. Η συναυλία των Rolling Stones ήταν η πρώτη του είδους της στην Αβάνα και ελπίζω ότι η άνευ προηγουμένου απουσία ζωντανής μουσικής κατά τη διάρκεια της κρίσης COVID-19 σημαίνει ότι αυτή η ταινία φέρνει σχεδόν τόσο ενθουσιασμό και χαρά σε όσους την παρακολουθούν τώρα μέσω της CineLife όσο χάρηκαν και οι άνθρωποι της Αβάνας που παρακολούθησαν εκείνη την ξεχωριστή βραδιά».

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υπαίθρια ροκ συναυλία που έγινε ποτέ στην Κούβα, καθώς η ροκ μουσική ήταν «απαγορευμένη». Η συναυλία πραγματοποιήθηκε μόλις πέντε μέρες μετά την επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα στην Κούβα.

Κώστας Μπαλαχούτης www.ogdoo.gr

Ένα νέο music video για το κλασικό τραγούδι του Bob Marley “No Woman, No Cry”

Ένα νέο music video για το κλασικό τραγούδι του Bob Marley “No Woman, No Cry” κυκλοφόρησε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Reggae!

Σε σκηνοθεσία του Kristian Mercado Figueroa, το επτάλεπτο music video παρουσιάζει μια οικογένεια χωρισμένη σε δυο χώρες, με μια μητέρα που αγωνίζεται να μεγαλώσει τα παιδιά της μόνη της στην Τζαμάικα και έναν πατέρα που εργάζεται ακούραστα ως οδηγός ταξί στη Νέα Υόρκη για να φροντίσει την οικογένειά του πίσω στο σπίτι. Είναι μια συναρπαστική απεικόνιση του τρόπου με τον οποίο η φτώχεια αναγκάζει τους αγαπημένους μας ανθρώπους να χωρίζονται για να τα καταφέρουν οικονομικά.

Εκτός από το video, το Bob Marley estate κυκλοφόρησε πρόσφατα και το EP 6 τραγουδιών, “Why Should I | Exodus”, που περιλαμβάνει remixes, dub versions και μια 12” extended version του ομότιτλου τραγουδιού.

Στις 24 Ιουλίου, η συλλογή του 1984, “Legend” θα κυκλοφορήσει εκ νέου σε βινύλιο περιορισμένης έκδοσης, παρουσιάζοντας το πρωτότυπο εξώφυλλο του LP με μια αδημοσίευτη φωτογραφία του Marley. Το album περιλαμβάνει μερικά από τα πιο θρυλικά τραγούδια του θρύλου της reggae, όπως τα: “One Love/People Get Ready”, “Get Up, Stand Up”, “Is This Love”, “Jammin”, “Could You Be Loved” και “Three Little Birds”.

Νωρίτερα αυτό το μήνα, η συναυλία του Bob Marley, “Live at the Rainbow” που πραγματοποιήθηκε το 1975, κυκλοφόρησε πλήρως στο επίσημο YouTube κανάλι του θρύλου της reggae.

Θοδωρής Κολλιόπουλος www.soundarts.gr

Jim Morrison: «Όταν συμβιβαστείς με την εξουσία, γίνεσαι ο ίδιος εξουσία»

Jim Morrison: «Όταν συμβιβαστείς με την εξουσία, γίνεσαι ο ίδιος εξουσία»…

(VIDEO & PHTOTOS) O Jim Morrison γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1943 και πέρασε στην…άλλη πλευρά, στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου 1971.

«Υπάρχει ένα σημείο που αν το ξεπεράσουμε δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Σε αυτό το σημείο πρέπει να φτάσουμε», έγραψε κάποτε ο Κάφκα. Σε αυτό το σημείο έφτασε ο Jim Morrison

Jim Morrison με λίγη φαντασία, ηλικία θα μπορούσε να ήταν πατέρας μας ή ακόμη και παππούς ορισμένων, σήμερα. Κι όμως οι περισσότεροι ούτε καν το έχουμε διανοηθεί, γιατί απλά δεν ήταν ο τύπος αυτός. Ήταν διαφορετικός από όλους. Ήταν επαναστάτης και οραματιστής. Ήταν ο ένας και μοναδικός Jim Morrison.

Επηρεάστηκε πολύ από τον ποιητή Arthur Rimbaud του 19ου αιώνα και μετέδωσε τη φιλοσοφία του Γάλλου στους Doors. Οι Doors «πάντρεψαν» την rock με την υπαρξιακή ποίηση και με το αυτοσχεδιαστικό θέατρο.


«Κυρίες και κύριοι, από το Λος Άντζελες της Καλιφόρνια… The Doors!»

Ήταν οι καλύτεροι «δάσκαλοι» στην περιβόητη «Τάξη του ’67» τότε που η μουσική έφθασε στην πιο δημιουργική της περίοδο. Οι Doors ήταν το επιδραστικότερο γκρουπ στα 60’ς στην Αμερική. O Jim Morrison με την μανία του για τους παλιούς μαύρους τραγουδιστές των blues, ο Ray Manzarek με τις γνώσεις κλασικής μουσικής, των blues και της folk του, ο Robbie Krieger που έπαιζε εξαιρετική flamenco κιθάρα και ο John Densmore με την jazz του διαμόρφωσαν το χαρακτηριστικό στιλ των Doors.

Ο Rimbaud υποστήριξε τη «λογική διαταραχής όλων των αισθήσεων προκειμένου να επιτευχθεί το άγνωστο». Το άγνωστο ήταν ότι πιο ελκυστικό για τον Jim. Αγάπησε επίσης τον σπουδαίο Λονδρέζο, ποιητή και ζωγράφο, William Blake, τον οποίο περιγράφει σαν οδηγό του «στο δρόμο για το παλάτι της σοφίας».

Ο Morrison ήταν άτομο που, δεν θα μπορούσε, και δεν ήξερε πώς να συμβιβαστεί με την τέχνη του. Η δύναμη του αυτοσχεδιασμού τον οδηγούσε στην σκηνή. O Jim περιέγραψε ότι «μια συναυλία των Doors είναι μια δημόσια συνεδρίαση και απαιτείται από το κοινό να πάρει μέρος σε μια ειδική δραματική συζήτηση. Όταν εκτελούμε, συμμετέχουμε στη δημιουργία ενός κόσμου και το γιορτάζουμε με το πλήθος». Κραύγαζε για να «ξυπνήσει» το ακροατήριο από το λήθαργο και την ύπνωση της τηλεόρασης και την επιβαλλόμενη έλλειψη συναίσθησης.

Μερικές ημέρες προτού να «πετάξει» στο Παρίσι, ο Jim Morrison έκανε την τελευταία δήλωσή του στον Τύπο: «για μένα, δεν ήταν ποτέ πραγματικά μια πράξη, εκείνες οι αποκαλούμενες αποδόσεις. Ήταν ένα πράγμα μεταξύ ζωής και θανάτου, μια προσπάθεια να επικοινωνήσω, για να περιβάλω πολλούς ανθρώπους σε έναν ιδιωτικό κόσμο σκέψης».

Οι νύχτες του άνηκαν στο Διόνυσο και τα τραγούδια του επικαλέσθηκαν τα ισχυρά πάθη των ανθρώπων, τον εφιάλτη του «τέλους», τον καλπασμό της ζωής, τη μοίρα του και τη δελεαστική απώλεια συνείδησης. Και όπως με το Διόνυσο, οι «πόρτες» προσφέρθηκαν πρόθυμα ως θυσία. Επέλεξε το αγκάλιασμα της τραγικής μοίρας της τραγωδίας…

Στο τέλος ο Jim Morrison δραπέτευσε στο Παρίσι, παραδοσιακό σπίτι τόσων πολλών εκπατριζόμενων καλλιτεχνών, για να ακολουθήσει τη ζωή του ως ποιητή. Αλλά το σώμα του εξαντλήθηκε επίσης και η καρδιά του ήταν πάρα πολύ αδύνατη. Είχε ζήσει τη ζωή με τους όρους του, είχε συγκεντρώσει τις ανταμοιβές, και τώρα ο λογαριασμός του ήταν οφειλόμενος. Το πνεύμα του ήταν κουρασμένο. Ο θάνατος ήταν απλά πιο στενός και ευκολότερος στην ατελείωτη διαδοχή των σταδίων που απαίτησε. Όταν ο Jim άφησε την Αμερική και πήγε στο Παρίσι έπαψε να έχει επαφή με τους υπόλοιπους τρεις Doors, επαφή που περιορίστηκε σε κάποιες αραιά τηλεφωνήματα. Αυτό όμως είχε ξεκινήσει και πριν εγκαταλείψει την Αμερική. Οι Doors δούλευαν μόνοι τους πια στο στούντιο και ο Morrison πήγαινε να τους βρει μετά από πολλές τηλεφωνικές επαφές και παρακαλετά, ενώ τις περισσότερες φορές ή αργούσε απελπιστικά στο ραντεβού τους ή δεν πήγαινε καθόλου. O Jim Morrison πέρασε στην…άλλη πλευρά, στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου 1971. Η επιθυμία του ήταν να αναφερθεί ως ποιητής…

morr.jpg

Τα παιδικά χρόνια του Jim Morrison

Ο πατέρας του James Douglas Morrison, ήταν ναύαρχος του αμερικανικού ναυτικού, ένας πολύ αυστηρός άνθρωπος, ιρλανδικής καταγωγής. Ο Jim από την άλλη ήταν ένα ευαίσθητο και απομονωμένο παιδί που αργότερα εξέφρασε την ακραία εχθρότητα του προς την οικογένεια και τις παραδοσιακές αξίες της. Στα 4 του χρόνια βίωσε ένα αιματηρό ατύχημα που είχε μεγάλη επίδραση στη ζωή του. Κάπου στη Σάντα Φε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πατέρας του, με την οικογένεια Morrison μέσα, τράκαρε με φορτηγό Ινδιάνων που πέθαναν αιμόφυρτοι στο δρόμο. Το φριχτό αυτό γεγονός που συνέβη μπροστά στα μάτια του νεαρού Jim τον «τραυμάτισε» και θεώρησε ότι το πνεύμα ενός Ινδιάνου (shaman) μπήκε για πάντα στην ψυχή του…

Επαναστάτης και μονογαμικός

Ο Jim Morrison θαύμαζε τις θεωρίες του Γερμανού φιλόσοφου Νίτσε για το άτομο και την ηθική. Ευαίσθητος και ντροπαλός υπήρξε στην προσωπική ζωή του ο Jim, αλλά άγριος στην σκηνή. Προσπάθησε να ρίξει φως στο άγνωστο που τόσο τον συνέπαιρνε. Πάντα είχε μαζί του ένα βιβλίο στο χέρι. Αληθινός βιβλιοφάγος. Τα ενδιαφέροντα του ήταν η επανάσταση, η αναταραχή, το χάος και ιδιαίτερα για τη δραστηριότητα που φαίνεται να μην έχει καμιά έννοια, ο ίδιος έλεγε: «Όταν συμβιβαστείς με την εξουσία, γίνεσαι ο ίδιος εξουσία».

Παρά το οργισμένο του χαρακτήρα του ήταν μονογαμικός τύπος με σύντροφο της ζωής του την Pamela Courson, την οποία υποδύθηκε με επιτυχία η Meg Ryan στην ταινία του Ολίβερ Στόουν «The Doors» (1991). Τον ίδιο είχε υποδυθεί ο Βαλ Κίλμερ.

Δεύτερη επιλογή αρχικά του σκηνοθέτη. Πρώτη ήταν ο Ian Astbury, που τελικά πήρε τη θέση του στο συγκρότημα όταν επανασυστάθηκε πριν μερικά χρόνια εμφανίστηκαν και σε κατάμεστο Λυκαβηττό για μια σειρά συναυλιών που συνεχίστηκαν για ένα διάστημα. Από αυτή την επιστροφή απουσιάζει ο ντράμερ John Densmore που έχει δικαστικές διαμάχες με τους άλλους δύο Doors: Ray Manzarek και Robbie Krieger και εξ’ αρχής ήταν αντίθετος με την κίνηση αυτή.

Άγνωστες στιγμές των Doors

H εμφάνιση του Jim Morrison πριν από κάθε συναυλία των Doors ήταν τις περισσότερες φορές καθυστερημένη και αβέβαιη. Ακόμη κι όταν ήρθε να τους δει ο Mick Jagger στο Hollywood Bowl τον Ιούνιο του ’68 μαζί με τον παραγωγό των Rolling Stones, Jimmy Miller, ο Jim είχε εξαφανιστεί στο «δικό του κόσμο» πριν την έναρξη. Τελικά εμφανίστηκε. «Παίξαμε καλά, άλλα έλειπε το πάθος», λέει στην «Ζωή του με τους Doors» ο John Densmore. Αργότερα ο Jagger δήλωσε στο «Melody Maker» για την εμπειρία της συναυλίας αυτής: «Καλοί ήταν, αλλά έπαιξαν πολλή ώρα». Στην αναμονή της συναυλίας εκείνης ο Jim είχε καπνίσει για πρώτη φορά από την αγωνία του…

Ο Frank Zappa είχε ενδιαφερθεί να γίνει παραγωγός του ομώνυμου πρώτου άλμπουμ των Doors. Το γκρουπ όμως δεν ήθελε παραγωγό, αλλά μια εταιρία δίσκων με όνομα. Το κατάφεραν χάρις τις συστάσεις του Arthur Lee των Love που τους πήγε στην Electra. Τότε στο δυναμικό της ανερχόμενης εταιρίας ήταν οι Love, Judy Collins και Paul Butterfield. Αμέσως οι Doors πήραν τα σκήπτρα. Πρώτος μάνατζέρ τους, τον Αύγουστο του ’67 ανέλαβε ο Σαλβατόρ Μποναφέτι, μάνατζερ των Dion and the Belmonts. «Μέχρι σήμερα μετανιώνω για την επιλογή αυτή», λέει ο John Densmore.

Ο ντράμερ Densmore είχε κυρίως jazz επιρροές και λάτρευε τους Elvin Jones και McCoy Tyner και προσπαθούσε να τους φτάσει. Είχε εκστασιαστεί όταν είδε ζωντανά τον John Coltrane. Ωστόσο ήθελε να παίξει τόσο πολύ σ’ ένα συγκρότημα και οι Doors ήταν η λύση, χωρίς όμως να τον γεμίζουν πραγματικά: «Έπρεπε να παίξω σ’ ένα γκρουπ». Του άρεσαν πολύ οι Rolling Stones και μάλιστα με πρώτα λεφτά του πρώτου συμβολαίου του με τους Doors έβαψε μαύρο το αυτοκίνητό του, μια Σίνγκερ Γκαζέλ επηρεασμένος από το τραγούδι των Stones «Paint it black». Σήμερα αποτιμώντας τη γνωριμία του με τον Jim Morrison λέει: «Η γνωριμία μου με τον Jim ήταν το τέλος της αθωότητάς μου…». Ίσως να μην κατάλαβε ποτέ τον Jim κι έτσι όταν έσπευσε στο τάφο του στο Παρίσι τα πρώτα λόγια που του βγήκαν ήταν: «Ποιο ήταν το γαμημένο μήνυμά σου Jim; Η Αναρχία; Γιατί τα υπέφερα όλα αυτά τα χρόνια;».

Οι Doors στην πρώτη πρόβα τους έπαιξαν τραγούδια του Jimmy Reed για να συντονιστούν σαν μουσικοί. Η πρώτη εντύπωση του Densmore για τον Morrison: «Εξωτερικά ο Jim έμοιαζε με φυσιολογικό φοιτητή. Ήταν εμποτισμένος με μια επιθετικότητα για τη ζωή και τις γυναίκες. Ήξερε κάτι για τη ζωή που δεν το ήξερα. Η περιέργεια του ήταν ακόρεστη και διάβαζε με λαιμαργία. Τα μισά απ’ αυτά που έλεγε, δεν τα ‘πιανα, αλλά το πάθος του το ένοιωθα… Η ζωή μου με τους Doors ήταν ψυχεδελισμός, κοπέλες, διαλογισμός».

Η υπόθεση μπασίστας ή αλλιώς το «χαμένο» μέλος των Doors

Ήταν το συγκρότημα που δεν είχε μπασίστα στην σύνθεσή του! Κάποια στιγμή στο ξεκίνημά τους δοκίμασαν μια κοπέλα κυνηγώντας την πρωτοτυπία. Έπαιξαν μαζί της στην πρόβα το «Unhappy Girl» και το «Break on Through», μερικά blues και τα «Back door man» και την έκδοσή τους στο «Little Red Rooster». Ό ήχος τους έμοιαζε με εκείνον των Rolling Stones. Τελικά ο Ray Manzarek βρήκε ένα μπάσο με πλήκτρα, Fender Rhodes κι τελειοποίησαν τον ήχο τους. Ο Ray έπαιζε με το αριστερό χέρι μπάσο και με το δεξί το όργανο. Αυτό ήταν! Ο ήχος δεν έμοιαζε με άλλου συγκροτήματος. Ήταν Doors…

Η ταυτότητα του Jim Morrison

Εκλεκτικός βαρύτονος ποιητής, ιρλανδικής καταγωγής, με ένα έμφυτο συνθετικό δώρο. Οραματιστής και πνευματικός ηγέτης της εποχής του, ασυμβίβαστος, persona. Έχει χαρακτηριστεί «Ο Διόνυσος της rock μουσικής». Ύμνησε την σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης… Ήρωές του ο Διόνυσος, ο Νίτσε και ο Ριμπό. Τον αποκάλεσαν «ηλεκτρικό shaman», «πρίγκιπα του σκότους» και οι φίλοι του τον φώναζαν «Jimbo».

jim morrison.jpg

Ημερομηνία και τόπος γέννησης: 8 Δεκεμβρίου 1943, Μελβούρνη, Φλώριδα
Χρώμα τρίχας: Καφετί, μάτια: μπλε-γκρι
Σχολείο: UCLA της Φλώριδας
Αγαπημένα γκρουπ: Beach Boys, Kinks, Love
Αγαπημένοι τραγουδιστές: Frank Sinatra, Elvis Presley
Αγαπημένοι ηθοποιοί: Jack Palance, Sarah Miles
Στην τηλεόραση έβλεπε: Ειδήσεις
Αγαπημένο χρώμα: Τυρκουάζ
Φαγητό: Κρέας
Χόμπι: Ιπποδρομίες
Αγαπημένο σπορ: Κολύμβηση
Αυτό που έψαχνε σ’ ένα κορίτσι: Τρίχα, μάτια, φωνή, περπάτημα
Αυτό που επιθυμούσε: Συζήτηση
Σχέδια/φιλοδοξίες: Να κάνει ταινίες

*Πήγες: Αρχεία Electra, η βιογραφία του John Densmore «Riders on the Storm – Η ζωή μου με τους Doors» (εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη)

Γιάννης Αλεξίου www.ogdoo.gr

Τα μουσικά γεγονότα που σημάδεψαν την 3η Ιουλίου!

Τα μουσικά γεγονότα που σημάδεψαν την 3η Ιουλίου…

Δεν είναι μια συνηθισμένη ημέρα για την ιστορία της μουσικής. Έχει σημαδευτεί από μεγάλα μουσικά γεγονότα, χαράς και λύπης. Αν ανατρέξουμε σε διαφορετικές χρονολογίες της 3ης Ιουλίου θα διαπιστώσουμε τη βαρύτητα της ημέρας αυτής, μέσα από τα γεγονότα που τη σημάδεψαν.

Κατ’ αρχάς υπάρχουν δύο σημαντικές απώλειες. Το 1969 ο Brian Jones βρίσκεται πνιγμένος στην πισίνα του σπιτιού του κάτω από ανεξιχνίαστες συνθήκες. Ο πιθανότερος λόγος είναι η επήρεια παραισθησιογόνων που τον οδήγησε να κάνει μια τελευταία βουτιά σαν πουλί μέσα στο νερό. Τρεις μέρες μετά οι Rolling Stones θα δώσουν προς τιμή του ένα μεγάλο ελεύθερο κονσέρτο στο Hyde Park.

Brian Jones psych

Δύο χρόνια μετά, το 1971, ο Jim Morrison βρίσκεται νεκρός μέσα στο μπάνιο του σπιτιού του στο Παρίσι από την σύντροφο Πάμελα, ύστερα από υπερβολική δόση ηρωίνης. Είχε αποχωρήσει από τους Doors για να αφιερωθεί στην ποίηση. Οι ακριβείς συνθήκες θανάτου μέχρι σήμερα δεν έχουν διευκρινιστεί. Υπάρχει η εκδοχή ότι πέθανε σε γνωστό κλαμπ του Παρισιού, όπου γινόταν διακίνηση ναρκωτικών και οδηγήθηκε με αυτοκίνητο στο σπίτι του ώστε να προστατευτεί η φήμη του μαγαζιού.

Jim Morrison 1967 Rare 1

Το 1972 πέθανε επίσης ο μπλουζίστας Mississippi Fred McDowell, συνθέτης του «You Gotta Move» που διασκεύασαν οι Rolling Stones στο δίσκο τους «Sticky Fingers» και ένα από τα standards του Mick Taylor μετά την αποχώρησή του από το συγκρότημα.

Mississippi Fred McDowell – You gotta move

Νο 1

1959: Ο Bobby Darin στην κορυφή του βρετανικού τοπ με την μεγαλύτερη επιτυχία του «Dream Lover».

Bobby Darin Sandra Dee

1968: Το συγκρότημα one hit wonder, των Equals στην κορυφή της Βρετανίας με την μεγαλύτερη επιτυχία του «Baby Come Back».

1982: Ο Captain Sensible βρίσκεται στην κορυφή της Βρετανίας με το «Happy Talk».

Γενέθλια

1946: Γεννιέται ο Matthew Fisher, οργανίστας των Procol Harum, που έμεινε στην ιστορία με τον ήχο του στην μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος «A Whiter Sade Of Pale».

1946: Γεννιέται ο Victor Unit, κιθαρίστας και κημπορντίστας των Edgar Broughton Band (1971-73), μέλος του γκρουπ στο θρυλικό ομώνυμο δίσκο τους, το 1973, γνωστός σαν ο δίσκος με τα κρέατα.

1948: Γεννιέται ο Paul Barrere, κιθαρίστας των Little Feat.

1961: Γεννιέται ο Vince Clarke μέλος των Yazoo και βασικός συνθέτης στα συγκροτήματα Depeche Mode, The Assembly, Erasure. Από τους πρωταγωνιστές της synth-pop.

Γεγονότα

1957: Ο Ray Charles κυκλοφορεί το πρώτο μεγάλο δίσκο «Ray Charles», στην Atlantic.

1960: Ο Ray Charles κάνει είσοδο στο R’n’B chart με το τραγούδι του «Stick And Stones», η πρώτη του επιτυχία στην ABC Paramount

Ray Charles 1300

1969: Για μία και μοναδική φορά ροκ συγκροτήματα και μουσικοί εμφανίζονται στο Newport Jazz Festival, όπως οι Led Zeppelin, Jeff Beck, Jethro Tull κ.α.

1971: Το τραγούδι των Doors «Riders On The Storm» βρίσκεται στο αμερικάνικο chart.

1973: Ο David Bowie στην συναυλία του στο Hammersmith Odeon ανακοινώνει ότι «συνταξιοδοτείται»

1976: Ο Brian Wilson, ηγετική μορφή των Beach Boys, μετά την περιπέτειά του με τα ναρκωτικά, επιστρέφει στην σκηνή μετά από 12 χρόνια παίζοντας ξανά με το συγκρότημά του σε συναυλία τους στο Anaheim μπροστά σε 74.000 κόσμο.

Beach Boys Good Vibrations from Central Park 1971

1981: Χιλιάδες οπαδοί του Jim Morrison συγκεντρώνονται στον τάφο του, στην επέτειο των 10 χρόνων από το θάνατό του, στο Pere Lachaire Cemetary, στο Παρίσι.

1984: Οι Frankie Goes To Hollywood καταλαμβάνουν την κορυφή του βρετανικού τσαρτ με δύο τραγούδια τους! Στο Νο 1 το «Relax» και στο No2 το «Two Tribes».

Γιάννης Αλεξίου www.ogdoo.gr

1 2 3 41