«Ποτέ της δεν βαριόταν γιατί ποτέ δεν ήταν βαρετή»: 30 χρόνια από το Being Boring και το Behaviour των Pet Shop Boys

Το Behaviour των Pet Shop Boys είναι από τις περιπτώσεις διαχρονικών άλμπουμ που επισκέπτεσαι ξανά και ξανά σε διαφορετικές περιόδους στη ζωή σου. Από την αρχή του, άλλωστε, δηλώνει ξεκάθαρα ότι παρακολουθεί τη ζωή: τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, μέχρι τον θάνατο.

Υπάρχουν άλμπουμ με τα οποία ασχολείσαι λόγω μιας επετείου και άλλα για τα οποία περιμένεις την τελευταία ως αφορμή για να γράψεις τις σκέψεις σου. Ώρες ώρες εκπλήσσομαι τι άσχημο μπορεί να σου συμβαίνει για να ακούς σε ηλικία 14 ετών τη σοφιστικέ ποπ των Pet Shop Boys και το Listen Without Prejudice του George Michael, παράλληλα με ποπ ή dance hits της εποχής, πολλή ελληνική μουσική, την τότε ανεξάρτητη rock σκηνή και όχι μόνο; Προφανώς και πολλά από τα στεγανά που μεταχρονολογημένα εξαϋλώνονται και θεωρούνται πολυσυλλεκτικές κατακτήσεις μιας εποχής που είναι όλα στο πιάτο, τότε υπήρχαν με τα όριά τους ως ανάγκη ανήκειν και διαφορετικότητας, με πιο δύσκολες παραμέτρους στην αναζήτηση. Προτού ο χρόνος και οι συνθήκες τα βάλουν όλα στο πλυντήριο. Αλλά ήταν μόνο η βάση. Η ανάγκη μας να συνδεόμαστε με διαφορετικά πράγματα νιώθω ότι πάντα υπήρχε και εκείνη η δεκαετία που ξεκινούσε θα μας έκανε σίγουρα πιο ελεύθερους. Ανάγκη εξομολογηθείσα ή μη. Και στα μη, βάζουμε και τα πάσης φύσεως δήθεν guilty pleasures.

Το Behaviour των Pet Shop Boys κλείνει σήμερα 30 έτη και είναι από τις περιπτώσεις των άλμπουμ που επισκέπτεσαι ξανά και ξανά σε διαφορετικές περιόδους στη ζωή σου και εισπράττεις διαφορετικά πράγματα. Από την αρχή του, άλλωστε, από το εμβληματικό “Being Boring”, δηλώνει ξεκάθαρα ότι παρακολουθεί τη ζωή: τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, μέχρι τον θάνατο, αλλά αυτόν γύρω μας που χτυπάει το καμπανάκι «δεν είσαι αθάνατος» και περνάει σαν οδοστρωτήρας από πάνω μας. Είναι ένας εμβληματικός δίσκος που δίνει αξία στην πολλές φορές άχρηστη ή παραπλανητική σύμβαση, αλλά και τη σημειολογία του διαχωρισμού των δεκαετιών. Ένας δίσκος που μπορείς να τον αντιλαμβάνεσαι αλλιώς, έστω και αποστασιοποιημένος από το κουτί των γεγονότων που συνιστούσαν τότε τη νέα πραγματικότητα και τα άγχη μας. 
 

Πτώση Τείχους του Βερολίνου και AIDS διαμόρφωναν ένα διαφορετικό κόσμο

Ναι, υπάρχουν μουσικά έργα που δεν διεκδίκησαν ποτέ το ειδικό βάρος που τους αναλογεί, αλλά καταφέρνουν να διαστέλλουν τον χρόνο. Μου φαίνεται τόσο μακρινή και δυσπρόσιτη, έως και αποκρουστική αυτή η εποχή, αλλά μου φαίνονται τόσο κοντινοί οι ήχοι της. Σαν μαύρες τρύπες. Και μιλάμε για ένα ποπ άλμπουμ, με ό,τι σημαίνει αυτό, για την (εύκολη) αποδόμηση των ανωτέρω.

Όταν κυκλοφόρησε το Behaviour, είχαν περάσει λίγοι μόνο μήνες από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Αυτό ήταν κάτι που αποτυπώθηκε στη δισκογραφία του ’90, με λιγότερο ή περισσότερο έμμεσους τρόπους, αλλά εκείνο που έμοιαζε τρομακτικό ήταν η επέλαση του AIDS.


Photo credit: https://thepacepress.org/aids-epidemic-1990/  

Φτάνοντας στο 1990, εκατομμύρια ανθρώπων ήταν φορείς του ιού (περίπου 8-10 εκατομμύρια ανθρώπων εκτιμάτο ότι ζούσαν με HIV παγκοσμίως), οι επίσημες καταγραφές είχαν τριπλασιαστεί στις Η.Π.Α. σε σχέση με ένα έτος πριν (307.000 από περίπου 100.000), ενώ οι εκτιμήσεις μιλούσαν και για 700.000 ανθρώπους που δεν είχαν καταγραφεί. Η gay κοινότητα είχε καταληφθεί σε ένα σημαντικό μέρος της από φόβο, θλίψη, οργή. Βρισκόμαστε ένα χρόνο πριν τη γνωστή ανακοίνωση του Freddie Mercury και τον θάνατό του μία μέρα μετά. Στο τέλος της χρονιάς, το AIDS ήταν στην Αμερική η νο.2 αιτία θανάτου σε άνδρες μεταξύ 25 και 44 ετών.

Για τους ίδιους τους Pet Shop Boys όλα αυτά δεν ήταν απλά μια θεωρία. Ήταν η καθημερινότητα γύρω τους. Και μέσα στη χρονιά έχασαν έναν πολύ καλό τους φίλο από αυτό, τον Chris Dowell.  Αυτό το γλυκόπικρο mood του άλμπουμ και η αίσθηση της έκφρασης της ανασφάλειας, μαζί με την αναζήτηση της ζεστασιάς και του ουσιώδους, συνοψίζεται όχι μόνο στο μουσικό μέρος, αλλά στα πολλά μέρη της βεντάλιας του “Being Boring” που ανοίγει το άλμπουμ και αποτελεί όχι μόνο το κομμάτι που δίνει ένα μεγάλο μέρος του βάρους στο Behaviour, αλλά και ένα από τα καλύτερα ποπ τραγούδια όλων των εποχών

All the people I was kissing / some are here and some are missing” τραγουδάει/ψιθυρίζει ο Tennant και μας βάζει απότομα στον δικό του κόσμο, σ’ αυτό που συμβαίνει. Με μια φράση. Τόσο απλά, μαζεμένα και περιεκτικά. 

«Ποτέ της δεν βαριόταν γιατί ποτέ της δεν ήταν βαρετή»

Είναι από τους στίχους που αν δεν πέρασαν ξώφαλτσα είναι αδύνατον να μη σε έχουν σημαδέψει. Στίχος ευλογία και δυστυχία, μαζί. Δεν έχω καταλήξει ακόμα τι από όλα αυτά έχει υπερισχύσει σε προσωπικό επίπεδο. Δεν ξέρω αν προσπάθησα να το ακολουθήσω με έναν τρόπο και να μη βαρεθώ ποτέ, γεμίζοντας τη μέρα μου. Και αν τελικά αυτό το ότι δεν ήταν cool να βαριέσαι, ξεκίνησε ως χαρά της ζωής, ως μια πορεία προς τα μπρος, στην οποία δεν διανοείσαι ότι υπάρχει τέλος (“And we were never holding back / or worried that / time would come to an end”) και εξελίχθηκε σε άγχος εφηβικό και μετεφηβικό, ειδικά τότε που ο χώρος και χρόνος για τον εαυτό σου είχαν διαφορετικές διαστάσεις, πιο ξεχειλωμένες. Αλλά σίγουρα, το αποτύπωμά του ήταν και είναι σημαντικό. Δεν είναι στείρα νοσταλγία, αλλά ένα ταξίδι που φτάνει στο σημείο της κρίσης. Ο κόσμος γύρω σου αλλάζει δραματικά, κι εσύ πρέπει να αποφασίσεις με ποια ταχύτητα θα κινηθείς (το έπαθε πρόσφατα και ο Jarvis Cocker). Το πιάνεις από την αρχή, λοιπόν και το φτάνεις μέχρι εκεί που ξέρεις, στα κομβικά σημεία που την άγρια και αθάνατη φύση σου διαδέχεται η πραγματική απώλεια και αναζήτηση.


Οι ίδιοι, πάντως, βρήκαν την αφορμή για να γράψουν το “Being Boring” από μια φράση ενός γιαπωνέζου δημοσιογράφου μετά από ένα live τους στο Τόκιο, πίσω στον Ιούλιο του 1989: «Οι Pet Shop Boys κατηγορούνται συχνά ότι είναι βαρετοί». Οι λέξεις “being boring” πήγαν τον Neil στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν είχε λάβει μία πρόσκληση για το Great Urban Dionysia Party που γινόταν στο Νιούκαστλ της Αγγλίας, την πόλη που μεγάλωσε. Η πρόσκληση αυτή περιείχε μια παραλλαγή της φράσης που είχε πει η Zelda Fitzgerald (αμερικανίδα συγγραφέας, ζωγράφος και σύζυγος του Scott Fitzgerald) το 1922 για μία φίλη της, μία (επίσης) flapper της εποχής, η οποία είχε πεθάνει: “She was never bored because she was never boring”. 
 

Και κάπου εκεί έγινε η σύνδεση με την απώλεια

Η ανάμνηση της πρόσκλησης έφερε στο μυαλό του Neil Tennant την απώλεια από AIDS του πολύ στενού του φίλου, μόλις τέσσερις μήνες πριν, σε ηλικία 34 ετών. Ήταν εκείνος που είχε οργανώσει εκείνο το πάρτι πίσω στα ’70s. Κι έτσι ξεκίνησε μια αυτοβιογραφική ματιά στο παρελθόν. Η δεύτερη στροφή (“I’d bolted through a closing door / I would never find myself feeling bored”μιλάει για εκείνον που φεύγει από το Νιουκάστλ με το τρένο για σπουδές στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1970. «Υπέθετα ότι ποτέ δεν επρόκειτο να γυρίσω πίσω», έχει πει σε συνέντευξή του, εξηγώντας το στίχο και τη διάθεση της εποχής. Την τελευταία, δε, στροφή την έγραψαν τον Μάιο του 1990, όταν άρχισαν να ηχογραφούν το άλμπουμ. «Τις ημέρες που βρισκόμασταν στο στούντιο Red Deer, στο Μόναχο της Γερμανίας, έγραψα και την τελευταία στροφή σε μία γραφομηχανή. Μιλούσε για τα ταξίδια των Pet Shop Boys σε όλο τον κόσμο μέσα στα ’80s, για τις ηχογραφήσεις που κάναμε στο Μόναχο και πόσο θα ήθελα ο φίλος μου που είχε πεθάνει να ήταν εκεί, μαζί μου», έχει δηλώσει ο Neil (“I never dreamt that I would get to be / the creature that I always meant to be / But I thought in spite of dreams / you’d be sitting somewhere here with me”).

Axl Rose: «Φίλε, γιατί δεν παίξατε το Being Boring;»

Στο σύνολο της ποπ μουσικής, δεν ξέρω πόσα τραγούδια, περιεκτικά, μεστά, μπορεί να ακούσει κανείς που σκάνε σαν φούσκες, παράγοντας δεκάδες σκέψεις, σε ένα τόσο μεγάλο εύρος ανθρώπων. Κι ας μην έγινε ποτέ επιτυχία στα charts, ο αντίκτυπος αυτού του κομματιού σε πολλούς ανθρώπους είναι πολύ μεγάλος. «Στην περιοδεία που κάναμε το 1991, όταν παίζαμε στο Λος Άντζελες, ο μάνατζέρ μας είπε ότι ο Axl Rose ήταν έξω από το καμαρίνι μας. Όταν μπήκε μέσα ο τραγουδιστής των Guns ‘N Roses, μας είπε: “Φίλε, γιατί δεν παίξατε το Being Boring;”. Σκεφτήκαμε ότι θα ήταν πολύ soft τραγούδι για να παιχτεί ζωντανά σε αμερικάνικη συναυλία. Προφανώς κάναμε λάθος», είχε παραδεχτεί ο Tennant και κάποια στιγμή έδωσε μια πιο ολοκληρωμένη εξήγηση: «τα φωνητικά μου στο συγκεκριμένο κομμάτι είναι πολύ χαμηλά. Ήθελα να ακούγονται σαν κάποιος να ψιθυρίζει στο αυτί σου. Είναι δύσκολο να τραγουδάς έτσι. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν το συμπεριλάβαμε στη setlist του 1991 αν και τελικά μπήκε στο encore, από κάποια στιγμή και μετά, καθώς πάρα πολλοί παραπονέθηκαν». 

Όταν οι Pet Shop Boys χρησιμοποίησαν το τρικ των Stock, Aitken και Waterman

Για το “Being Boring” οι ίδιοι έχουν παραδεχτεί ότι χρησιμοποίησαν μια παραλλαγή μίας συγχορδίας που τους άρεσε, την οποία συχνά χρησιμοποιούσαν και οι Stock, Aitken και Waterman, οι συνθέτες των μεγάλων ποπ επιτυχιών της εποχής (Kylie Minogue, Jason Donovan, Rick Astley κ.α.). Αλλά δεν μπήκαν σε καμία sample διαδικασία κράτησαν τα old school synths τους ως βάση. «Θέλαμε το τραγούδι μας να είναι μελαγχολικό παρά εορταστικό, αλλά δεν θέλαμε να είναι και κηδεία. Η μελαγχολική μουσική είναι πιο επιδραστική όταν σε αναζωογονεί, όταν δημιουργεί ένα συναίσθημα λύπης και χαράς», έχει πει ο Neil Tennant για το εναρκτήριο κομμάτι. Η έκδοση που ανοίγει το Behaviour, μάλιστα, διαφέρει από την αρχική, μιας και ξεκίνησε ως αυτή που θα συμπεριλαμβανόταν στο 12ιντσο maxi single. Οι Pet Shop Boys συνεργάστηκαν με τον Julian Mendelsohn για το 12ιντσο mix, γιατί το κομμάτι δεν ακουγόταν αρκετά vibey, «κάτι που κάνουμε συχνά, ελπίζοντας ότι η δωδεκάιντση μίξη θα μας δώσει ιδέες και για την έκδοση του δίσκου -αυτό κάναμε και σ’ αυτή την περίπτωση», όπως είπαν κάποια στιγμή, συμπληρώνοντας: «Μπορείς επίσης να διακρίνεις και την επιρροή του rave. Υπάρχει το sample του “Funky Drummer” στο “Being Boring”, αλλά βέβαια έχει ξαναπαιχτεί από εμάς».

Κι όμως, υπήρχε και το soul-ίζον ηχητικό αδερφάκι του “Being Boring” που αγαπήσαμε επίσης πολύ

Το “My October Symphony”, που ανοίγει τη δεύτερη πλευρά του δίσκου, ήταν η αισθητική συνέχεια του “Being Boring”. Εδώ συμμετέχει ο Johnny Marr, αν και διακρίνουμε το πνεύμα του “What’s Going On” του Marvin Gaye, κάτι που παραδέχτηκαν κάποτε και σε συνέντευξή τους. Το κομμάτι το εμπνεύστηκε ο Tennant από ένα βιβλίο του Ian MacDonald για τον Σοστάκοβιτς. Είχε τότε εντυπωσιαστεί με την ιδέα ότι όλοι οι καλλιτέχνες στη Σοβιετική Ένωση συνήθιζαν να παράγουν επίσημα έργα τέχνης για τον εορτασμό της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ως εκ τούτου, όλοι οι συνθέτες είχαν γράψει μια “October Symphony”, γιορτάζοντας τα μεγάλα επιτεύγματα της Επανάστασης.

«Αλλά όταν κατέρρευσε το όλο πράγμα, και αυτές οι αξίες θεωρήθηκαν άχρηστες, οι άνθρωποι έμειναν με αυτά τα έργα τέχνης που δεν είχαν αξία», είπε σε συνέντευξή του o Neil Tennant, φωτίζοντας το νόημα του στίχου “So, shall I rewrite or revise my October Symphony change the dedication from revolution to revelation?”. Ο ίδιος αναρωτιέται, αν αλλάζοντας δύο γράμματα, θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι δεν πίστευες ποτέ στην επανάσταση ούτως ή άλλως.

Η προσπάθειά τους να γράψουν το μουσικό θέμα για ταινία του James Bond

Το ονειρικό “This Must Be the Place I Waited Years to Leave” είναι βγαλμένο από την αισθητική του Look Sharp των Roxette, μόνο που εδώ έχουμε τον Johnny Marr αυτοπροσώπως να παίζει κιθάρα και όχι τον Per Gessle, αλλά και τον Angelo Badalamenti να βάζει τη δική του στάμπα στο ορχηστρικό κομμάτι. Δεν σου κάνει εντύπωση η πληροφορία ότι αυτή ήταν η δική τους προσπάθεια να γράψουν ένα μουσικό θέμα για ταινία του James Bond.

Πράγματι, οι Pet Shop Boys ήταν στους υποψήφιους για ένα κομμάτι για το The Living Daylights, αλλά προτιμήθηκαν τότε οι A-ha. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, όμως, είναι η ματιά στα σχολικά χρόνια του Tennant, εκεί στο Καθολικό Σχολείο που μισούσε κι εκείνο, με τη σειρά του, τον αποκήρυξε όταν κυκλοφόρησε το “It’s a Sin”. «Οι στίχοι είναι για ένα όνειρο που είχα συχνά, ότι ήμουν πάλι πίσω στο σχολείο και έδινα εξετάσεις», εξήγησε κάποια στιγμή ο Neil Tennant, συμπληρώνοντας: «Και σκεφτόμουν, “πώς είναι δυνατόν να επέστρεψα πάλι στο σχολείο;”. Αφού έγραψα, λοιπόν, τους στίχους, δεν ξαναείδα ποτέ το ίδιο όνειρο».

Από τον Bobby Brown στους Depeche Mode

Στο “How Can You Expect To Be Taken Seriously?” κάνουν μια καλή προσπάθεια να μπουν στα χωράφια του new jack swing (ή swingbeat) που βασίλευε τότε. Αν η λέξη είναι για τους περισσότερους τώρα άγνωστη, εκείνη την εποχή η αισθητική και ο ρυθμός του είχαν κατακλύσει τα αμερικάνικα charts. Είναι η εποχή που ο Teddy Riley έχει ξεκινήσει να παράγει το ένα single μετά το άλλο σε αυτό τον ρυθμό και ο Bobby Brown έμοιαζε να είναι ο πιο εμπορικός εκπρόσωπός του. Αν ακούσετε ξανά το “Every Little Step” του τελευταίου και το συγκεκριμένο των Pet Shop Boys, θα πάρετε μια γεύση του πώς το αντιλαμβανόταν αυτό η Αμερική και η Μεγάλη Βρετανία, αντίστοιχα. Τότε απλά λέγαμε ότι ακούγονται ως… Bobby Brown.

To “The End Of The World” ήταν ο δικός τους φόρος τιμής στο “Enjoy The Silence” των Depeche Mode (όπως και σε όλο το άλμπουμ είναι φανερή η επίδραση του Violator που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά) και το “So Hard” μία ακόμα προσπάθεια να έρθουν κοντά στην αισθητική και τον disco ήχο του Giorgio Moroder, βοηθούντος και του παραγωγού.

To δε “Jealousy” είναι το πρώτο κομμάτι που έγραψαν, πίσω στο 1982. Κι όμως έφτασαν μέχρι αυτό το άλμπουμ, με πολλές αναβολές για να το κυκλοφορήσουν. Βέβαια, η καλύτερη έκδοσή του βρίσκεται στην έκδοχη που υπήρχε στο maxi single τότε, στην οποία χρησιμοποίησαν ορχήστρα.

Ένα τέλος εποχής, ομαδικό και ατομικό

Την εποχή που πλήθαιναν οι φωνές που έλεγαν ότι η synth-pop είχε πλέον πεθάνει, η κουλτούρα του rave έμοιαζε κυρίαρχη και δεν θα ήταν εξωφρενική και μια δική τους προσαρμογή σε αυτό που συνέβαινε στη dance σκηνή, εκείνοι επέλεξαν να επενδύσουν σε αυτά που γνώριζαν, με γενναιόδωρες ποπ μελωδίες και πάντα σ’ αυτό που είχαν στο μυαλό τους ως πιο διαχρονικό. Αποφάσισαν να κάνουν έναν γήινο ποπ δίσκο που κυκλοφόρησε στη σωστή εποχή του χρόνου (φθινόπωρο). Με πιο downtempo στιγμές και κυρίως με αναλογική μαγιά, κρατώντας τις επιφυλάξεις τους για το digital και ζητώντας τη βοήθεια του Harold ‘Axel F’ Faltemeyer, που ήταν κάποτε το δεξί χέρι του Giorgio Moroder. Αυτό ένιωθαν ότι θα κολλούσε με το mood ανασφάλειας, θλίψης για την απώλεια, νοσταλγίας, αλλά και το παραθυράκι ελπίδας του που δεν περιορίστηκε σε κάποιες «αλκυονίδες» μελωδίες και την πιο εύπεπτη πλευρά τους. Ένα τέλος εποχής που ζει κάθε γενιά κάποια στιγμή. Αλλά και κάθε άνθρωπος, ατομικά, με τον δικό του τρόπο. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να πουλήσουν εύκολη, κενή νοσταλγία και δεν το έκαναν. Έφτιαξαν τον πιο σοφιστικέ και μεστό ποπ δίσκο τους, με ένα μελαγχολικό πυρήνα που αναδύει ένα παράξενο αίσθημα ευφορίας, από αυτούς που κατανάλωνε εύκολα το κοινό της μουσικής βιομηχανίας σε ένα πολύ μεγάλο ηλικιακό εύρος του. Το ότι κρατούσε και αγαπούσε τον δίσκο αυτό ένας 14χρονος και ένας 40χρονος της εποχής, μάλιστα, δεν είναι τυχαίο, άσχετα αν έχει εξηγήσεις που βασίζονται και στη δομή και ισχύ της τότε μουσικής βιομηχανίας. 

Τάσος Βογιατζής www.avopolis.gr

Κάποτε η Θεσσαλονίκη είχε acid jazz από Kashmir

Σχεδόν 3 δεκαετίες μετά, η Veego Records βγάζει το υλικό των Kashmir από το ντουλάπι και το επανακυκλοφορεί σε βινύλιο. Κι ο Ζώης Χαλκιόπουλος μιλάει με τη μπάντα που, σε μια εποχή που η Θεσσαλονίκη ήταν rock, αυτή ακολούθησε τον δικό της δρόμο.

Για όλους εμάς που αγαπάμε την jazz και τη funk και το 1990 ήμασταν πιτσιρίκια, το μουσικό κύμα της acid jazz ήταν ό,τι έπρεπε για τα αυτιά μας. Δεν ήταν ούτε αυστηρό όπως η jazz, ούτε σκληρό όπως η funk. Αντιθέτως, τα διέθετε και τα δύο και συνέπεσε χρονικά κοντά στο jungle και την drum n bass. Σαν να λέμε, φρεσκάδα από παντού. Εξάλλου βοήθησε πολύ στο να μάθουμε κλασικά πράγματα, μετέπειτα. Αξέχαστο το πρώτο label του Gilles Peterson, Talkin’ Loud, που υπηρέτησε αυτόν τον ήχο όσο κανένα άλλο. IncognitoJames Taylor QuartetBrand New HeaviesJamiroquai και πολλοί άλλοι στον τεράστιο κατάλογο αυτού του, όχι και τόσο σκληρού ήχου, θα έλεγα. Αφού και από θέμα παραγωγής αλλά και αισθητικής τα πράγματα ήταν πιο light, αν όχι «φλώρικα». Το πώς φτάσαμε από όλο αυτό να λατρεύουμε την σχεδόν «ψεύτικη» ελαφρότητα των 80s και 90s, είναι άλλο θέμα. Και μιας και φτάσαμε να μνημονεύουμε τη δεκαετία του ’90, ας σταθούμε εδώ με πείσμα. Τα χρώματα συνέχισαν να είναι πολλά αλλά στην πορεία πήραν μια ύποπτη γυαλάδα. Τα ρούχα μας ήταν αλλα ντ’ άλλων, ορειβατικά παπούτσια με μπλουτζίν και φουσκωτά μπουφάν ήταν από τους αγαπημένους μας συνδυασμούς ρούχων και υπήρχαν πολλά ηλεκτρονικά dance για κάποιους και metal για άλλους στις κασέτες μας. Αν μοιράσουμε την πίτα ισόποσα, θα μείνει ένα κομμάτι αυτών που διέφεραν με τον τρόπο τους και άκουγαν πιο funky πράγματα. Μην ξεχνάτε πως η μουσική εφηβεία των περισσοτέρων ήταν ξερή και μονοδιάστατη. Σχεδόν φανατιζόμασταν με τα μουσικά μας συμφέροντα. Όταν πρωτάκουσα Kashmir η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκα. Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Μια μπάντα πιτσιρικάδων από την αγωνιστική, βαμμένη rock (και συνάμα ερωτική) Θεσσαλονίκη, που «παραστράτησε», δίνοντας το σωστό groove, παίζοντας, δηλαδή, acid jazz. Brass section σωστό, disco funk φάση με άπειρο wah στην κιθάρα, στακάτα τύμπανα και αυτά τα εξαιρετικά ανδρικά ελληνόστιχα φωνητικά που είτε λατρεύεις, είτε μισείς. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο. Έτσι, όταν η Veego Records από την Πάτρα έβαλε σκοπό να κυκλοφορήσει το υλικό των Kashmir σε βινύλιο (διαθέσιμο από σήμερα, 5/2), περίμενα πώς και πώς. Το μοναδικό τους ep 5 κομματιών τυπώθηκε σε special edition limited βινύλιο με νέο artwork. Η απίθανη ιστορία πίσω από την κυκλοφορία του 1993 θέλει την μπάντα να το δίνει στα live μαζί με το εισιτήριο και μέσω της αλυσίδας καλλυντικών Body Shop σε cd που μπορούσες να αποκτήσεις με αγορές από τα καταστήματα, άνω των 10.000 δραχμών!  

Όσον αφορά τη δράση των Kashmir, μέχρι το 2000 που διαλύθηκαν, έπαιξαν περίπου 250 συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Μεταξύ αυτών, ήταν και το opening act για τον τεράστιο James Brown, το 1999. Λειτουργούσαν πλήρως αυτοδιαχειριζόμενα και ανεξάρτητα, είχαν κοινό ταμείο, εξοπλισμό και φυσικά, πλήρωναν μόνοι τους τις παραγωγές τους. Ήταν μια ομάδα που λειτουργούσε. Στο πλαίσιο αυτής της λειτουργικότητας, αυξήθηκαν σιγά σιγά και οι προσδοκίες. Από τα blues του Σικάγο πέρασαν στον James Brown, στους Earth, Wind and Fire, στους Chic και από εκεί στην υποκουλτούρα της disco, του Sylvester και του Jimmy Somerville

Είκοσι ένα χρόνια μετά, οι διαλυμένοι Kashmir κυκλοφορούν και επίσημα. Μάλλον έχουν να πουν πιο πολλά στο μουσικόφιλο κοινό τώρα από ό,τι τότε. Στο παιχνίδι ερωτήσεων απαντήσεων, ο τραγουδιστής και στιχουργός τους, Georges Perin:

Πώς προέκυψε το σχήμα; Ουσιαστικά, από το 11ο Γυμνάσιο των 40 Εκκλησιών Θεσσαλονίκης, καθώς στην αρχική σύνθεση της μπάντας ήμασταν όλοι συμμαθητές. Όλα ξεκίνησαν από τον Κώστα Καρυωτάκη (τύμπανα). Κάναμε τότε τις πρώτες πρόβες μας στο δώμα του σπιτιού του. ‘Ημουν μόλις 15 χρονών. Εποχή χωρίς ίντερνετ. Δύσκολα αλλά ουσιαστικά τα μουσικά ερεθίσματα. Τι μουσική ακούγατε και αγοράζατε; Τι επιρροές είχατε; Πολλές επιρροές και αρκετά διαφορετικές, η αλήθεια είναι. Τότε περιμέναμε πώς και πώς για να πάμε σε δισκάδικο και να αγοράσουμε δίσκους τους οποίους «λιώναμε» κυριολεκτικά από το πολύ άκουσμα. Οι επιρροές ήταν κυρίως αγγλόφωνο rock, blues και rhythm&blues και στη συνέχεια soul, funk και disco. Αμέτρητοι τίτλοι και καλλιτέχνες. Χωρίς το ίντερνετ, τότε, όλη η πληροφορία για τη μουσική προερχόταν από το ραδιόφωνο, τις βιντεοκασέτες, τις μουσικές εκπομπές στη τηλεόραση, τους φίλους. Εξαιρετικά σημαντική επιρροή ήταν και οι συναυλίες κάθε είδους. Δε θα ξεχάσω ποτέ πόσο διδακτικά ήταν τότε τα live για τα διψασμένα αυτιά μας είτε έπαιζαν οι Motorhead, είτε ο Junior Wells.  Δε θα σου κρυφτώ. Το Kashmir μου θυμίζει αμερικάνικη 70s soul funk. Ποια είναι η ιστορία πίσω από το όνομα; Το όνομα προέρχεται από το ομώνυμο κομμάτι των Led Zeppelin, χωρίς όμως να σημαίνει τίποτα αυτό, καθώς τα κομμάτια μας δεν έμοιαζαν με αυτά των Zeppelin. Περισσότερο την υφή του υφάσματος (κασμίρ) προσεγγίσαμε. Μπορεί πράγματι να θυμίζει soul funk της δεκαετίας του ’70, αλλά, βαθιά μέσα μας το ξέραμε πως ήταν καθαρή και αγνή έκφραση και κυρίως, ένα αμάλγαμα όλων των χαρακτήρων και ακουσμάτων μας, που δεν ήταν σε καμία περίπτωση πάντα κοινά.  Στα 90s η ελληνική ροκ καλά κρατούσε, ιδίως στην Θεσσαλονίκη. Πώς ξεγλιστρήσατε από όλη αυτή την διάχυτη αδρεναλίνη στον αέρα και διαλέξατε αυτό τον ήχο;  Ξεγλιστρήσαμε σίγουρα από το να αναπαράγουμε το rock της δεκαετίας του ’90 αλλά όχι από την αδρεναλίνη. Αν βρισκόσασταν στην συναυλία των Kashmir στην κατάμεστη Υδρόγειο το ’97, θα βλέπατε πως η αδρεναλίνη ήταν πράγματι διάχυτη, αλλά αφορούσε κάθε μορφή μουσικής δημιουργίας, από την punk μέχρι τη disco. Απλά αφορούσε ένα πιο εναλλακτικό κοινό, ενίοτε πιο gay friendly, όπως ονομάστηκε αρκετά χρόνια αργότερα. Ήταν σίγουρα όμορφα χρόνια και θεωρώ πως κάποιοι ακολουθήσαμε τον προσωπικό μας ήχο, όπως και οι Xaxakes, με αποτέλεσμα να εισάγουμε νέα στοιχεία έκφρασης με ελληνικό στίχο.  

Ο ελληνικός στίχος είναι πραγματικά το κάτι άλλο! Το υποστηρίζω σε κάθε περίπτωση. Τι feedback εισπράξατε εκείνη την περίοδο; Τους Kashmir τότε ή θα τους λάτρευες ή θα τους απεχθανόσουν. Είχαμε έναν ιδιαίτερο ήχο αλλά και παρουσία στη σκηνή, με αποτέλεσμα να δεχτούμε όλη τη γκάμα των αντιδράσεων. Έχοντας όμως πλέον μεγαλύτερη εμπειρία μουσικά, αναπολώ με νοσταλγία τα χρόνια που ήμασταν τόσο τολμηροί, χωρίς να μας ενδιαφέρουν τόσο οι αντιδράσεις του κοινού. Η δημιουργία θέλει τόλμη, ενίοτε και θράσος, για να είναι αυθεντική. Όταν όμως είσαι θρασύς, μπορεί να φας και κανένα γιαούρτι! Βλέπε συναυλία Boy George το ’85.

Πώς προέκυψε η συνεργασία με την αλυσίδα καλλυντικών; Αρκετά ανορθόδοξος τρόπος για να πουλήσεις τον δίσκο σου, θα πω… Δεν ήταν τόσο ανορθόδοξος τρόπος για εκείνη την εποχή. Υπήρχαν πολλές πρωτοβουλίες σε εταιρικό επίπεδο στη Θεσσαλονίκη, τότε που επένδυαν στη τέχνη, όπως για παράδειγμα η Fena Fresh. Τα Βody Shop ήταν τότε σε άνθηση και λάτρευαν τη δουλειά μας. Πώς αισθάνεσαι που θα βγει μετά από 21 ολόκληρα χρόνια το υλικό σας; Ομολογώ πως είναι συγκινητικό. Οι Kashmir ήταν η αρχή της πορείας μου στη μουσική, τα εφηβικά μουσικά μου χρόνια. Η αγάπη την οποία έδειξε ο Ανδρέας Μητρέλης ένας true music lover- στη Veego Recordsγια τον δίσκο, ήταν μια μορφή καλλιτεχνικής δικαίωσης, τόσα χρόνια μετά. Μπορεί να είναι ο 60ος περίπου δίσκος στον οποίο συμμετέχω, αλλά θα είναι για πάντα ο πρώτος.  Το ομώνυμο ep των Kashmir κυκλοφορεί από τη Veego Records και μπορείτε να το αποκτήσετε εδώ.

Ζώης Χαλκιόπουλος www.avopolis.gr

Τα πολυαναμενόμενα albums του 2021 Όσα περιμένουμε με ανυπομονησία να ακούσουμε τους επόμενους μήνες.

Λίγα πράγματα μας έλειψαν μέσα στο 2020 όσο η νέα μουσική. H προηγούμενη χρονιά μας στέρησε τις συναυλίες και για τους περισσότερους καλλιτέχνες λειτούργησε ως ανασταλτικός παράγοντας σχετικά με τα νέα albums που ετοίμαζαν. Γιατί να κυκλοφορήσεις ένα νέο δίσκο όταν οι περιοδείες έχουν αναβληθεί επ᾽αόριστον και άρα δε μπορείς να τον προωθήσεις ως είθισται; Με ποιο κουράγιο να δηλώσεις το ‘παρών’ όταν ο κόσμος γύρω σου βάλλεται από παντού;

Για άλλους πάλι, η πανδημία αποτέλεσε μία καλή ευκαιρία ενδοσκόπησης ας τη βαφτίσουμε “δημιουργική εσωστρέφεια” και λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης για όσα ευελπιστούμε να ακούσουμε φέτος. Φυσικά, υπήρξαν κι εκείνοι οι καλλιτέχνες που είτε επικοινωνούσαν συχνά με το κοινό τους μέσω insta lives κυρίως είτε κυκλοφόρησαν “εμψυχωτικά” singles με φιλανθρωπική χροιά.

Χωρίς να λοιδορούμε τις αξιόλογες προσπάθειες, ρεαλιστικά δε μπορούν να ενταχθούν παρά μόνο στα “εποχιακά είδη” όπως τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ιδιαίτερες προσδοκίες, μηδέν. 

Παρότι κανείς ακόμη δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί το 2021 και κατά πόσο τα lives και οι έξοδοι και οι συναυλίες θα επιστρέψουν στο εβδομαδιαίο μας πρόγραμμα, αρκετοί καλλιτέχνες, βλέποντας λίγο φως στο τούνελ του κορονοϊού σκοπεύουν να βγουν από το mute και να μας τροφοδοτήσουν επιτέλους με φρέσκα κομμάτια.

Κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη ανακοινώσει ημερομηνίες κυκλοφορίας, άλλοι μας έχουν στην αναμονή εδώ και καιρό, οπότε υπάρχουν βάσιμες υποψίες (και σπόντες καταγεγραμμένες) για το δισκογραφικό τους come back. 

Παρεμπιπτόντως, μία από αυτές έχει ήδη συμβεί στις 29 Ιανουαρίου και δεν είναι άλλη από την 21χρονη Λονδρέζα Arlo Parks και το ντεμπούτο της album με τίτλο Collapsed in Sunbeams. Είχε κινήσει το ενδιαφέρον μου από τη συνεργασία της με τους Easy Life στο single Sangria και η φωνή της είναι ό,τι πιο νωχελικά γλυκό έχουμε ακούσει τελευταία. 

Δέκα από τις υπόλοιπες και εξίσου πολυαναμενόμενες, παρακάτω:

Billie Eilish

H πρώτη θέση της λίστας ανήκει δικαιωματικά στη Billie Eilish, γιατί το 2020 ήταν η χρονιά της ξεκάθαρα. To φαινόμενο ετών 19 έγινε μία από τις πιο επιτυχημένες και πολυβραβευμένες πρωτοεμφανιζόμενες τραγουδίστριες τα τελευταία χρόνια μέσα από ένα δίσκο που έγραψε με τον αδερφό της, Finneas στο πατρικό τους.  Μετά από το soundtrack του νέου James Bond, No Time to Die και το εθιστικό Therefore I Am, τον περασμένο Δεκέμβριο ήρθε η επιβεβαίωση στο Vanity Fair ότι έχει 16 τραγούδια στο συρτάρι για το δεύτερο album της. Hurry up Billie!

Sade

Οι αδυναμίες δεν κρύβονται. Ολοκληρωμένο album από τη Sade έχουμε να ακούσουμε από το 2010 με το Soldier of Love, ενώ όπως είχε γίνει γνωστό τα τελευταία χρόνια η 62χρονη τραγουδίστρια είχε αποσυρθεί στο αγρόκτημά της στο Gloucestershire χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις στα ΜΜΕ. Στο ενδιάμεσο, μας έδωσε μερικά μέτρια “τυράκια” (Flower of the Universe, The Big Unknown) ώσπου τον περασμένο Οκτώβριο επιτέλους επιβεβαίωσε ότι είναι ετοιμοπόλεμη με νέο δίσκο στα σκαριά και διάθεση για περιοδεία όποτε το επιτρέψουν οι συνθήκες. 

Adele

Μετά το 2020, η φράση “ριζική αλλαγή” πήρε νέο νόημα εξαιτίας της. Πρόλαβε να αφήσει πίσω της ένα γάμο, να μετακομίσει από το Λονδίνο στην Καλιφόρνια και να γίνει κυριολεκτικά αγνώριστη εξαιτίας της απώλειας κιλών που σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Μπορεί να μη μας αφορά η προσωπική ζωή της ζωή όμως, από το album 25 έχουν περάσει 5,5 χρόνια και γι᾽ αυτό μπορούμε δικαίως να παραπονεθούμε. Υποτίθεται ότι περιμέναμε κάτι από εκείνη εντός του 2020, πανδημία εγένετο και πλέον ελπίζουμε ότι φέτος θα είναι η χρονιά του come back της. 

Julien Baker

Δεν είναι τυχαίο που το όνομά της φιγουράρει σε όλα τα μουσικά περιοδικά. Οι New York Times με τη σειρά τους συμπεριέλαβαν το τρίτο studio album της Julien Baker στη στήλη 11 Things To Look Forward to In 2021. Στο Little Oblivions λοιπόν, έχει ανεβάσει ρυθμούς και ένταση, άλλωστε είναι η πρώτη της δουλειά με πλήρη rock ενορχήστρωση, στην οποία πλαισιώνεται από ολοκληρωμένη μπάντα παραμένοντας η πρωταγωνίστρια. Η 25χρονη ωριμάζει μουσικά και το αποτέλεσμα τη δικαιώνει, αν κρίνουμε από τα lead singles Faith Healer και Hardline. Υπομονή για περισσότερα ως τις 26 Φεβρουαρίου. 

Lana Del Rey

Ας πούμε ότι το 2020 δεν ήταν η χρονιά της. Το όνομα της Lana Del Rey συνδέθηκε με “γκάφες” που κάλυπταν ευρύ φάσμα (φυλετικές διακρίσεις, πανδημία, πολιτική). Κερασάκι στην τούρτα για κάποιους θεωρήθηκε η ποιητική συλλογή που εξέδωσε με τίτλο Violet Bent Backwards over the Grass. To 7o κατά σειρά δισκογραφικό της βήμα Chemtrails Over the Country Club είναι αποτέλεσμα συνεργασίας με τον “παλιό” της γνώριμο Jack Antonoff και υπόσχεται country και folk επιρροές. Θα ισοφαρίσει άραγε στο ημίχρονο; Στις 19 Μαρτίου θα έχουμε την απάντηση. 

Stevie Wonder

Και μόνο το όνομά του είναι κίνητρο για να αναμένει κανείς νέο υλικό. Πέρυσι, μετά από 15 χρόνια αποχής από τα δισκογραφικά δρώμενα, ο Stevie Wonder ξέθαψε από το συρτάρι του το ημιτελές από τα ’60s Where Is Our Love Song και το Can’t Put It in the Hands of Fate από τα ’70s. Σημειωτέον ότι μας τα πρόσφερε μέσω της δικής του δισκογραφικής εταιρείας πια ονόματι So What the Fuss Records. Κατά τα λεγόμενά του, τα singles αυτά ενδέχεται να καταλήξουν (fingers crossed!) κομμάτια κανονικού EP, αλλά για την ώρα τίποτα δεν είναι επίσημο. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. 

The Cure

Πάνε ήδη δύο χρόνια από όταν ο τύπος που τραγουδούσε επί 2,5 ώρες συνεχόμενα σαν σε cd στην πλατεία Νερού, έκανε μία ανέλπιστη δήλωση στο Rolling Stone. Ο Robert Smith αποκάλυψε ότι οι Cure πέρασαν περίπου 1,5 μήνα κλεισμένοι στο studio όπου οι Queen ηχογράφησαν Bohemian Rhapsody, προφανώς όχι για να πουν τα νέα τους. Το πλήρωμα του χρόνου πιθανότατα να καταφθάσει μέσα στο 2021, αρκεί να το πάρει απόφαση ο 61χρονος θρύλος. Το πιο πιθανό είναι πάντως, να μην ανακοινώσει απολύτως τίποτα και να μας έρθει από το πουθενά. 

Darkside

Οκτώ χρόνια “παύσης” ήταν πολλά για τους Darkside, ειδικά μετά από ένα αρκετά επιτυχημένο ντεμπούτο. Το δίδυμο των Nicolas Jaar και Dave Harrington έχει έτοιμο το δεύτερό του δίσκο που τιτλοφορείται Spiral, το πρώτο single έχει ήδη κυκλοφορήσει και μένει να μας ενημερώσει για την ακριβή ημερομηνία. Εκτός απροόπτου θα είναι μέσα στο 2021.

Solomun

Ακόμη κι αν δεν ακούς ηλεκτρονική μουσική, το πιο πιθανό είναι να γνωρίζεις τον Solomun. Έχει επισκεφθεί πολλές φορές στην Ελλάδα για φεστιβάλ (Reworks, Techniques) και dj sets και είναι από τους πιο δραστήριους δισκογραφικά παραγωγούς με συνεχόμενες δουλειές από το 2005 μέχρι και σήμερα. Ο Βόσνιος που εμπιστεύονται κατά καιρούς καταξιωμένοι καλλιτέχνες (Foals, Editors, Lana Del Rey, Jamiroquai, Depeche Mode, Leonard Cohen) για τα remixes τους, θα κυκλοφορήσει το νέο του album Nobody Is Not Loved στις 14 Μαΐου. Μέσα θα βρεις ονόματα έκπληξη, όπως Tom Smith (Editors), Jamie Foxx, Anne Clark και Zoot Woman.

St. Vincent

Έχει ήδη ανακοινώσει μέσω Twitter πώς είναι πανέτοιμη για το επόμενο δισκογραφικό της βήμα. Συγκεκριμένη ημερομηνία δε γνωρίζουμε ακόμη, όμως η St. Vincent πρόσφατα επεσήμανε πως το υλικό της είναι κάτι σαν ωδή στους Stevie Wonder και Sly and the Family Stone με ολίγη αισθητική από την ταινία Taxi Driver του Martin Scorsese. Η φαντασία μας ήδη οργιάζει.

Γράφει: Ραφαέλλα Ράλλη esquire.com.gr

Η ιστορία πίσω από το τραγούδι «I Shot The Sheriff» του Bob Marley

Η ιστορία πίσω από το τραγούδι «I Shot The Sheriff» του Bob Marley. Έγινε γνωστή 39 χρόνια αργότερα…

Το τραγούδι «I Shot The Sheriff» κυκλοφόρησε από τον Bob Marley και τη μπάντα του «The Wailers» το 1973 με το άλμπουμ «Burnin΄».

Το τραγούδι αρχικά είχε χαρακτηριστεί ως επαναστατικό και θεωρήθηκε ότι γράφτηκε πυροδοτούμενο από την αγανάκτηση για τις φυλετικές διακρίσεις, αφού η reggae μουσική συχνά περιείχε αντίστοιχα μηνύματα.

Η αληθινή ιστορία του τραγουδιού παρέμεινε άγνωστη για 39 ολόκληρα χρόνια και αποκαλύφθηκε μόλις το 2012, όταν η πρώην φίλη του Bob Marley, Esther Anderson, αποκάλυψε ότι οι στίχοι “Ο σερίφης John Brown πάντα με μισούσε, χωρίς να ξέρω το γιατί. Κάθε φορά που φυτεύω ένα σπόρο, τον σκοτώνει πριν μεγαλώσει” στην πραγματικότητα εκφράζουν την αντίθεση του Bob Marley στο γεγονός ότι η φίλη του χρησιμοποιούσε αντισυλληπτικά χάπια. Ο Bob Marley αντικατέστησε τη λέξη “γιατρός” με τον σερίφη.

bobm

Η επιτυχία του τραγουδιού «I Shot The Sheriff» στην πραγματικότητα οφείλεται στη διασκευή του Eric Clapton, που κυκλοφόρησε το 1974 με το δεύτερο studio album του «461 Ocean Boulevard». Η διασκευή αυτή έφτασε το Νο. 1 του Billboard Top 100 και οδήγησε το τραγούδι να πιστοποιηθεί «Χρυσό».

Ακούστε το τραγούδι «I Shot The Sheriff» στην εκτέλεση των Bob Marley & The Wailers

Ακούστε το τραγούδι «I Shot The Sheriff» στην εκτέλεση που το καθιέρωσε, του Eric Clapton

Δέσποινα Ψυλλάκη www.ogdoo.gr

Όταν ο Λέανδρος Κυριακόπουλος άκουσε ηλεκτρονική μουσική, όλα άλλαξαν. Κι από τα έδρανα του Παντείου, έφτασε να γράφει βιβλίο για το rave.

Με τις «Αναπαραστάσεις του Ανοίκειου» έκανε τα rave παρτι αντικείμενο της κοινωνικής ανθρωπολογίας. Κι όπως εξηγεί στην Τάνια Σκραπαλιώρη, αυτά μπορεί να μη φύγουν ποτέ από το νεωτερικό αρχείο, όμως, την επόμενη σελίδα της pop κουλτούρας θα τη γράφουν πάντα οι νέοι.

Ο Λέανδρος Κυριακόπουλος είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος και διδάσκει κοινωνικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Με αφορμή την προσωπική του αγάπη για τη μουσική και την αποκάλυψη του «νέου» που βίωσε την πρώτη φορά που άκουσε ηλεκτρονική μουσική, ξεκίνησε ένα οδοιπορικό εξερεύνησης των αισθητικών και κοινωνικο-πολιτισμικών προεκτάσεων της ψυχεδελικής rave κουλτούρας, παρακολουθώντας στενά το φαινόμενο σε τοπικό αλλά και διεθνές επίπεδο και εντάσσοντας τα πορίσματά του στο πλαίσιο της μεταδιδακτορικής του έρευνας στο πεδίο των μουσικών σπουδών.

Αποτέλεσμα, η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μονογραφία «Αναπαραστάσεις του Ανοίκειου: Νομαδισμός και αισθητική στην ρέιβ ψυχεδελική σκηνή»που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Νήσος. Ένα βιβλίο βαθύ και τεχνικό που ανταμείβει τον τολμηρό αναγνώστη με σκέψεις που σε καμία περίπτωση δε θα έχουν περάσει πάνω στην έξαψη του χορού κάποιου μαραθώνιου rave πάρτι. Αυτό κάνει και ο συγγραφέας σε μια χειμαρρώδη συζήτηση κάτω από ένα δέντρο στο πάρκο του Σκοπευτηρίου στην Καισαριανή, βάζοντας σε τάξη τις κουκκίδες που ενώνουν την ηλεκτρονική μουσική με την εθνογραφία, τις νέες τεχνολογίες με τη συγκρότηση της ταυτότητας, την ανθρωπολογία με τo rave.

«Το βιβλίο προσπαθούσα να το βγάλω πάνω από μια πενταετία – δεν υπήρχε αρκετός χώρος για κάτι τέτοιο· εξεπλάγην μάλιστα όταν το εμπιστεύτηκαν οι εκδόσεις Νήσος», εξηγεί για το εγχείρημα ο συγγραφέας. «Είναι ένα πεδίο μέσα από το οποίο ανέπτυξα το ενδιαφέρον μου για τη μουσική, τη φιλοσοφία, τις νέες τεχνολογίες και τη συγκρότηση νέων υποκειμενικοτήτων, και προσπάθησα να εντάξω έναν προβληματισμό περί τεχνικής και αισθητικής του κόσμου· και ίσως και για αυτό να είναι τόσο πυκνός ο λόγος. Το ενδιαφέρον μου εστιάζει σε μια συνθήκη που διαμεσολαβείται όχι τόσο από την ανθρώπινη παρέμβαση αλλά από τα υλικά τεχνουργήματα που παράγει ο άνθρωπος και διακυβερνούν την ανθρώπινη υποκειμενικότητα. Μια προσέγγιση που δε συνάδει με τις ορθόδοξες σπουδές του rave που ακολουθούν κι αυτές το κλασσικό πρότυπο των μουσικών κουλτούρων,  και εκκινούν από το rock, το punk και εξετάζουν το κατά πόσο το υποκείμενο βιώνει μια νέα ταυτότητα, μια νέα πνευματικότητα. Εγώ ακολούθησα μια δικιά μου γραμμή, προσπαθώντας να εντάξω και να εξετάσω τη συνθήκη του rave υπό το πρίσμα των νέων τεχνολογιών, της βιοπληροφορικής και ως εκ τούτου, των συνθετικών ουσιών.»

Ποιο όμως είναι το πρώτο μουσικό ερέθισμα ενός θεωρητικού των ανθρωπιστικών επιστημών που τον οδηγεί  σε μια τέτοια  διαστολή των κλασσικής θεματολογίας της ανθρωπολογίας; Και που έγκειται το «ανοίκειο» του rave που οδηγεί στην ανάγκη εξοικείωσης μέσα από την καταγραφή των αισθητικών της παραστάσεων;  Ο Κυριακόπουλος έχει την απάντηση: «Άκουγα new wave, darkwave και όλη την brit pop των  ‘90s, μέχρι που ήρθα σε επαφή για πρώτη φορά με την ηλεκτρονική μουσική και την ψυχεδελική rave μέσω φίλων, θα μπορούσα να πω και κατά τύχη. Μου φάνηκε σχεδόν εξωπραγματική μουσική, κάτι εντελώς νέο, είχα βαρεθεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Ήταν ένα επαναστατικό άκουσμα για εμένα, ήταν ένας σοβαρός νεωτερισμός. Αφού άρχισα να πηγαίνω σε πάρτι, άρχισαν να αναπτύσσονται και τα ερευνητικά  μου ερωτήματα. Την εποχή εκείνη ήταν πολύ της μόδας και όλη αυτή η ρητορική περί υπέρβασης του υποκειμένου –που είναι κεντρικό στοιχείο όλων των new age αφηγήσεων- και κάπως έτσι, ένιωσα ότι υπήρχε χώρος για πολύ περισσότερη σκέψη».

Πώς ξεκίνησαν όμως όλα, ποια ήταν αυτή η μεγάλη επανάσταση της rave κουλτούρας και αισθητικής και ποια η γενεσιουργός αιτία για όλη αυτήν την ψυχεδελική έκρηξη και το κίνημα με τις τόσο σημαντικές αισθητικές και κοινωνικές προεκτάσεις; «Ήταν πολύ περίεργη η συνθήκη, εμφανίστηκε ως κάτι τελείως νέο ενώ δεν ήταν. Η ώσμωση του rave γινόταν πολύ καιρό πριν την πρώτη έκρηξή του στην Αγγλία στα τέλη της δεκαετίας του ΄80 και στις αρχές του ’90 από φορείς που προσπάθησαν πάρα πολύ να το κρατήσουν κρυφό. Γι’ αυτό και συνέβη αυτή η έκρηξη στο τέλος. Είναι τρεις διαφορετικές  ιστορίες που συνέκλιναν σε αυτήν την έκρηξη: η  ιστορία της ηλεκτρονικής μουσικής και των ηλεκτρονικών ήχων, η ιστορία των ουσιών – που ακολουθεί μια παράλληλη πορεία –, και συγχρόνως το ιστορικό παρόν της Αγγλίας που εσωτερίκευε δύο δεκαετίας σκληρής λιτότητας και θατσερισμού· αυτά είχαν δημιουργήσει τον χώρο για τη συμπύκνωση αυτών των ζυμώσεων».

Κι όσον αφορά την «ιστορία των ουσιών», ο Κυριακόπουλος σχολιάζει: «Ο ηθικός πανικός και η συλλήβδην απαγόρευση των ουσιών  που προκάλεσε η δημοφιλία του LSD στην Αμερική στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, οδήγησαν στο να επιχειρηθεί να κρατηθεί το MDMA όσο πιο μυστικό γινόταν –το οποίο κυκλοφορούσε και αυτό από τότε αλλά πολύ περιορισμένα. Ως προνόμιο των κλειστών καλλιτεχνικών και ακαδημαϊκών κύκλων: μουσικών, εικαστικών, μποέμ, ψυχολόγων και κοινωνικών επιστημόνων που σύχναζαν στα disco παρτι των ‘70s. Το MDMA το έφεραν στην Αγγλία Βρετανοί καλλιτέχνες της new wave-electro pop σκηνής των ‘80s, όπως ο Marc Almond, οι Happy Mondays, New Order και Pulp. Μπορεί η μουσική τους να μην είχε φτιαχτεί για τη μαζική λαϊκή κατανάλωση της ουσίας, όμως η αισθητική της καλλιτεχνικής παραγωγής τους μετερχόταν την αίσθηση από το MDMA».

Ώσπου, κάποια στιγμή, το MDMA έγινε «καύσιμο» στο λεγόμενο «Δεύτερο Καλοκαίρι της Αγάπης». Αλλά και «άλλαξε» για λίγο τη βιομηχανία μουσικής στην Αγγλία: «Αυτό που έλειπε για να αλλάξει αυτή η σχέση, ήταν οι έμποροι που θα το διοχέτευαν μαζικά στην αγορά της νυχτερινής διασκέδασης, όπως και έγινε το καλοκαίρι του 1988 στην Ίμπιζα το Δεύτερο Καλοκαίρι της Αγάπης, όπως ονομάστηκε, οπότε και υπήρξε η σύμπτωση των τριών αυτών γραμμών ιστορίας: μουσικής, ουσιών, και κόσμου που ήταν έτοιμος να καταναλώσει μια νέα “αίσθηση”. Με την επιστροφή στις βρετανικές μητροπόλεις τον χειμώνα του ’88, όλη η νεολαία αναζητούσε διακαώς “αυτό το έκστασι”. Τότε ήταν που άρχισε να παίζεται ένα παιχνίδι με τα δίκτυα της μουσικής βιομηχανίας, της νυχτερινής διασκέδασης και της εμπορίας ναρκωτικών, και να χτίζεται μια “υποκουλτούρα” πάνω στην “αγάπη” και την “ενσυναίσθηση” της ουσίας. Μέσα σε έναν χρόνο, άλλαξε όλη η βιομηχανία μουσικής της Αγγλίας, το rave πάρτι έγινε συνώνυμο μιας νέας εποχής, και ο DJ μια “απρόσωπη” δύναμη που συντονίζει το πλήθος. Από εκεί και μετά, εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά αυτό το κύμα, και “κάηκε” σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Το κράτος και οι πολιτιστικές βιομηχανίες ενεπλάκησαν άμεσα για να το ρυθμίσουν. Και ως προς κάποιες πτυχές του, καλώς έγινε αυτό. Όλοι οι όροι που τέθηκαν στο παιχνίδι, από το πλαφόν τιμής για το μπουκαλάκι του νερού μέχρι τη μέγιστη χωρητικότητα, τις προδιαγραφές εξαερισμού και εξόδων κινδύνου των clubs, ήταν απότοκο αυτής της τεράστιας κουλτούρας πάρτι που δημιουργήθηκε. Ωστόσο, αυτές οι παρεμβάσεις οδήγησαν εν πολλοίς και στον “θάνατο” του rave, που δεν ήταν άλλος από το τέλος μιας εποχής. Και το τέλος ενός κύματος ανοίγει με τη σειρά του καλειδοσκοπικά έναν ορίζοντα για να επαναληφθούν παρόμοιες κοινωνικότητες μέσα από τις μουσικές που έρχονται».

Οπότε, τι γίνεται σε αυτήν την εποχή που ζούμε τώρα; Ποιο είναι το αποτύπωμα της ηλεκτρονικής μουσικής που γνωρίζει μια νέα άνοδο στις μέρες μας; «Σήμερα δεν ισχύει τόσο αυτή η νεωτερική διάσταση της ηλεκτρονικής μουσικής, το είδος είναι πιο προσιτό, έχει έρθει πολύ κοντά μας. Και όσο τα ψηφιακά δίκτυα ειδικά λόγω της πανδημίας καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο χώρο στη ζωή μας, η ηλεκτρονική μουσική γίνεται για το κοινό ένα ενδεχόμενο επόμενο μουσικό άκουσμα. Αυτή η μουσική, άλλωστε, φτιάχτηκε μέσα από το φαντασιακό των νέων τεχνολογιών και της δικτύωσης. Οπότε, όσο περισσότερο ερχόμαστε κοντά στις νέες τεχνολογίες, τόσο αυτά τα ακούσματα συναρμόζονται στην καθημερινότητά μας». Όπως εξηγεί ο Κυριακόπουλος και με ένα χειροπιαστό παράδειγμα: «Πρόσφατα το Boiler Room πήρε την πρωτοβουλία να κατηγοριοποιήσει την ηλεκτρονική μουσική μέσα από την πλατφόρμα του με έναν τρόπο που δεν είχε υπάρξει ποτέ πριν. Πολλοί το καταδίκασαν αυτό, λόγω της “τυποποίησης ενός εγγενή υβριδισμού”, ωστόσο, το γεγονός είναι ότι πολλά νέα παιδιά εξοικειώθηκαν ακόμα περισσότερο με το είδος. Η ηλεκτρονική μουσική έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, όπως και οι συνθετικές ουσίες έχουν ενσωματωθεί στην κανονικότητα μας οι αυξητικές τάσεις των ποσοστώσεων στις αναλύσεις των λυμάτων είναι μεγάλη απόδειξη για αυτό».

Η κουβέντα φτάνει και σε κάτι επίκαιρο, που υπογραμμίζει το πώς αλλάζουν τα όρια της μουσικής: «Ας πάρουμε για παράδειγμα τη SOPHIE, τη μουσική και το εκτόπισμα της οποίας ομολογώ ότι δεν γνώριζα· την έψαξα με αφορμή τον θάνατό της. Η μουσική της έχει μια τρομερά pop δυναμική· αυτό που έκανε τώρα ως pop, ήταν ακραία πειραματικό πριν δεκαπέντε χρόνια. Και είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα της πλαστικότητας της μουσικής με όρους μηχανικής. Ο τρόπος που μεταχειριζόταν τα φωνητικά ώστε να μην καταλαβαίνεις το φύλο της, πραγματικά αποκέντρωνε την περσόνα από το τελικό μουσικό αποτέλεσμα. Αυτό νομίζω θα είναι η ηλεκτρονική μουσική στο μέλλον. Ακραία pop, πλαστική και εντελώς διαχειρίσιμη με όρους ακουστικότητας και μηχανικής».

Κι αν η τελευταία μουσική επανάσταση «ολοκληρώθηκε» στα 90’s ποιος θα είναι ο επόμενος σοβαρός μουσικός νεωτερισμός, η διάδοχη πολιτιστική επανάσταση; Σύμφωνα με τον συγγραφέα: «Οι ιστορικές αλλαγές δεν γίνονται από εμάς. Την καινούρια μουσική δεν θα τη φτιάξουμε εμείς, αλλά τα παιδιά του σήμερα ή του αύριο εμείς απλώς θα ξύνουμε το κεφάλι μας. Έτσι έγινε και στα 50s και τα 60s και σε όλες τις μουσικές επαναστάσεις. Υπάρχει πιθανότητα, μόλις αυτή η συγκυρία της πανδημίας κάνει τον κύκλο της, να φτιαχτεί μια τρομερά πλούσια νέα κοινωνικότητα, στην οποία όμως εμείς δε θα έχουμε πρόσβαση. Δε θα είναι δικιά μας, και ίσως αυτό που θα φτιαχτεί εκτός του ότι θα το αντιμετωπίζουμε μάλλον δυστοπικά να μην μπορούμε καν να το αγγίξουμε, να μη νιώθουμε οικεία με αυτό. Είμαστε προς το παρόν  μάρτυρες του τρόπου που σπάνε οι παραδόσεις και λιώνουν οι δομές του 20ου αιώνα και βλέπουμε τις γραμμές παραδόσεων να φεύγουν προς μια νέα εποχή». Κάτι που, όπως σημειώνει ο Λέανδρος Κυριακόπουλος, πάει φυσικά και πέρα από τη μουσική: «Το Netflix κατακερματίζει την παράδοση του κινηματογράφου και το στερεότυπο του καλλιτέχνη που πρέπει να στάξει αίμα επί σκηνής για να εκφράσει το συναίσθημα του κειμένου και στο οποίο βασίστηκαν και όλες οι αμφιλεγόμενες πλέον σχολές κινηματογραφικής, θεατρικής και καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Τα παραδοσιακά μέσα θα συνεχίσουν να υπάρχουν, όπως υπάρχει ακόμη το πικάπ, όμως δε θα είναι πια τα μέρη των νεωτερισμών, αλλά τόποι που θα καταφεύγουν οι νοσταλγοί ή οι καλλιτέχνες που θα θέλουν να παράξουν μια πολύ συγκεκριμένη μορφή τέχνης».

Παρ’ όλα αυτά, το συμπέρασμα είναι πως τίποτα δε χάνεται: «Ό,τι μπαίνει στο νεωτερικό αρχείο, δε θα φύγει ποτέ. Το rave και τα μεγάλα πάρτι δε θα φύγουν ποτέ· μπήκαν και αυτά στο νεωτερικό πολιτιστικό αρχείο, αποτελούν έναν τόπο στον οποίο θα επιστρέφει κανείς για να ξαναζήσει κάτι ή για να “εκπαιδευτεί” και να πειραματιστεί· όχι όμως για να γράψει ιστορία. Την επόμενη σελίδα της pop κουλτούρας θα τη γράφουν πάντα οι νέες και νέοι που είναι και ο κατεξοχήν τόπος των πολιτιστικών βιομηχανιών».

Το βιβλίο του Λέανδρου Κυριακόπουλου, «Αναπαραστάσεις του Ανοίκειου: Νομαδισμός και Αισθητική στην Ρέιβ Ψυχεδελική Σκηνή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.

Τάνια Σκραπαλιώρη www.avopolis.gr

10 Ντοκιμαντέρ που η Μουσική Ακούγεται Δυνατά

Από τον “cool” Miles Davis μέχρι την “miss Americana” Taylor Swift, ο Ανδρέας Κύρκος επιλέγει 10 ενδιαφέροντα μουσικά ντοκιμαντέρ διαθέσιμα στο Netflix δηλαδή, λίγα κλικ μακριά.

What Happened, Miss Simone?
(Liz Garbus, 2015)

Πρόκειται για ένα τρυφερό ντοκιμαντέρ που κάνει μια απόπειρα να περιγράψει την ευαίσθητη καρδιά της Nina Simone, να εμβαθύνει στη μάχη της με τους προσωπικούς της δαίμονες και να συστήσει τους θεατές στο απεριόριστο φωνητικό της ταλέντο. Το μοντάζ μας καθοδηγεί σε νέα συμπεράσματα για τον μύθο της r’n’b ιέρειας, μέσα απ’ το σπάνιο υλικό που μας παραθέτει και μέσα από τις συνεντεύξεις πολλών συνεργατών της αν και οι δηλώσεις του πρώην συζύγου της που αποδεδειγμένα την κακοποιούσε, θα μπορούσαν να λείπουν. Είναι εκπληκτικό, πάντως, να ακούς την ιστορία της Simone μέσα από τα ημερολόγιά της και να τη βλέπεις στην ακμή της καριέρας της, σε πρώιμες εκτελέσεις του “My Baby Just Cares for Me”, να βρίσκεται σε απόλυτο έλεγχο της σαρωτικής δύναμης της φωνής της.

Everybody’s Everything
(Sebastian Jones, Ramez Silyan, 2019)

Όλα έδειχναν ότι ο Lil Peep θα ήταν ένα από τα μεγάλα ονόματα της μουσικής βιομηχανίας σε ένα genre που θα έκανε τους εναπομείναντες executives του χώρου να ξύνουν το κεφάλι τους με απορία. Ο τραγικός θάνατος του emo trap performer το 2017 έβαλε πρόωρο τέλος σε μια απότομη, επιθετική πορεία προς την κορυφή. Στο Everybody’s Everything προσφέρουν την άποψή τους άνθρωποι που έζησαν από κοντά το πυροτέχνημα του Lil Peep ο οποίος ήταν μπροστάρης σε μια γενιά από lo-fi ράπερ (όπως ο XΧXTentacion) που ξεπήδησαν από το SoundCloud και μοιράσθηκαν απροκάλυπτα τη ζωή τους και τα πάθη τους στα social media, σε μια προσπάθειά να λάμψουν γρήγορα και έντονα, πριν καούν τόσο άδικα σε κοινή θέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι χρέη παραγωγού σε αυτό το ντοκιμαντέρ εκτελεί ο Terrence Malick.

Hip-Hop Evolution
(Darby Wheeler, Rodrigo Bascuñán, 2016)

Όλη η ιστορία της rap σκηνής και όλη η εξέλιξη της hip hop μουσικής, μέσα σε 16 πυκνά και γεμάτα επεισόδια. Από τη γέννηση του είδους με τους Sugarhill Gang και τον Grandmaster Flash, μέχρι τη βίαιη gangsta σκηνή των N.W.A. του Ice T και του Snoop Dogg και από τους θρύλους της Def Jam (Public Enemy, Run-D.M.C.) μέχρι τη σκεπτόμενη east coast σκηνή των Tribe Called Quest και των De La Soul, το εξοντωτικό ντοκιμαντέρ κάνει μια τίμια απόπειρα να τα χωρέσει όλα. Αν και η εγκυκλοπαιδική προσέγγιση είναι αναπόφευκτη όταν το θέμα είναι τόσο ευρύ και οι πληροφορίες δεν πάνε πιο βαθιά από τις σελίδες της Wikipedia, είναι τρομερά γοητευτικό να βλέπεις την εξέλιξη του είδους από τον Νότο μέχρι τα αστικά κέντρα, από το freestyle στις γειτονιές μέχρι τα ακριβά χαρτιά των πολυεθνικών και να παρακολουθείς ξανά την κόντρα των Tupac και Notorious B.I.G, και την έκρηξη ονομάτων όπως οι Wu Tang Clan, ο Kanye West, οι 2 Live Crew, οι Outcast και δε συμμαζεύεται.

Miss Americana
(Lana Wilson, 2020)

Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την τεράστια δύναμη της Taylor Swift και την κολοσσιαία επένδυση της μουσικής βιομηχανίας στο brand της. Δεν ανήκω στους θαυμαστές της Swift για πολλούς λόγους, ωστόσο, η πορεία αυτής της τραγουδοποιού είναι αξιοσημείωτη και το Miss Americana (αν και το έχουν επιβλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια στρατιές από manager) μας φέρνει πιο κοντά στη ζωή και τις αγωνίες της. Η Taylor Swift έχει περάσει από πολλές φάσεις και ακόμη δεν έχει βρει μια ταυτότητα στην οποία θα νιώθει άνετα. Υπήρξε αστέρι της σύγχρονης country, εξελίχθηκε σε κάτι σαν pop villain, μετατράπηκε σε teenage icon και πρόσφατα έγινε αναγεννημένη songwriter. Με αυτό το ντοκιμαντέρ, η δημοφιλής τραγουδίστρια κάνει μια προσπάθεια να συστηθεί από την αρχή στο κοινό της και όταν δεν ολισθαίνει σε reality τύπου «καρντασιανιές» έχει ενδιαφέρον να τη βλέπεις να διχάζεται ανάμεσα στην εικόνα της ευάλωτης τραγουδίστριας και της φιλόδοξης star.

Miles Davis: Birth of Cool
(Stanley Nilson, 2020)

Προσεγμένο ντοκιμαντέρ που απευθύνεται σε όσους δεν γνωρίζουν πράγματα για τον σκοτεινό θρύλο της jazz αλλά δε θα ξενίσει και τους φανατικούς που γνωρίζουν περισσότερα και απλά θέλουν να απολαύσουν μια ακαδημαϊκή προσέγγιση στη ζωή και τον μύθο μιας τόσο σπουδαίας προσωπικότητας. Αυτό το βιογραφικό ντοκιμαντέρ για τον Miles Davis προσφέρει ένα ξένοιαστο ταξίδι στην ταραγμένη ζωή και την πολυκύμαντη καριέρα μιας ιδιοφυΐας. Όσα πράγματα και να γραφτούν γύρω από τον εμπνευστή της cool jazz και όσοι σκηνοθέτες και να καταπιαστούν με τον Miles Davis, το μόνο σίγουρο είναι ότι ο απόκοσμος τρομπετίστας παραμένει ένα άλυτο αίνιγμα.

I Called Him Morgan
(Kasper Collin, 2016)

Ένας ταλαντούχος μουσικός της jazz δολοφονείται από τη σύντροφό του το 1972. Είκοσι χρόνια αργότερα, η γυναίκα που ομολόγησε το έγκλημα θα δώσει μια συνέντευξη για τη ζωή και το έργο του δολοφονημένου Lee Morgan και για όσα συνέβησαν μεταξύ τους πριν το φονικό. Αυτές οι μαρτυρίες έρχονται στο φως πολλά χρόνια αργότερα και μέσα από ένα καλοδουλεμένο ντοκιμαντέρ θα ξετυλιχθεί ένα κουβάρι ενοχής, jazz μουσικής, μανίας, δυσλειτουργικών σχέσεων και μυστικών. Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και άκρως πρωτότυπο ντοκιμαντέρ, που βασίζεται στους αστικούς θρύλους με την ευρηματικότητα ταινιών όπως το Searching for Sugar Man.

Quincy
(Alan Hicks, Rashida Jones, 2018)

Πατρική φιγούρα, πρωτοπόρος στα studio ηχογράφησης, οραματιστής της soul και της pop και χαρισματικός μουσικός. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι δε θα έπρεπε ποτέ να γίνει ντοκιμαντέρ για τον Quincy Jones, καθώς κανένας δε θα μπορούσε να περιγράψει επαρκώς το μεγαλείο του σε μια ταινία. Στο Quincy βλέπουμε τη ζωή του μεγάλου μουσικού από τα σκληρά παιδικά χρόνια του οικονομικού κραχ, την μύηση στη jazz, τις πρώτες συνεργασίες με τον Frank Sinatra, το επίτευγμα του Thriller με τον Michael Jackson μέχρι τον παγκόσμιο θρίαμβο του φιλανθρωπικού “We Are The World”. Σε αυτό το ακαδημαϊκό αλλά τίμιο ντοκιμαντέρ, ο Quincy Jones που βλέπουμε είναι τρυφερός και προσιτός και δεν έχει καμία σχέση με τον άνθρωπο που είχε δώσει την ακραία και πικρόχολη (μα απολαυστική) συνέντευξη στο GQ το 2018. Η ταινία κάνει το λάθος να χρησιμοποιήσει τεχνικές μιας μελό αγιογραφίας στο δεύτερο μέρος, λες και δεν αρκούν τα έργα του μουσικού για να μιλήσουν από μόνα τους, αλλά το πρώτο μισό είναι διαφωτιστικό και όμορφο.

Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story
(Martin Scorsese, 2019)

Η αλήθεια και ο μύθος δε διαχωρίζονται ποτέ όταν έχουμε τον Dylan μπροστά στην κάμερα. Αυτό το ξέρει καλά ο Martin Scorsese, ο οποίος στήνει ένα αληθινό ψευδο-ντοκιμαντέρ (ναι) πάνω σε ένα από τα πολλαπλά alter ego του Dylan. Μια υποκειμενική ιστορία, σαν παλιό ημερολόγιο που αν θες το πιστεύεις, αλλιώς απλά παρακολουθείς την αφήγηση. Τα πάντα γύρω από την περιοδεία Rolling Thunder Revue μένουν κρυμμένα κάτω από τη σκόνη της μνήμης. Βλέπουμε τον Bob Dylan να απολαμβάνει το χάος και την αναρχία γύρω του και να αφήνεται στο ρόλο της καμένης ιδιοφυΐας που στο εξής θα είναι η σκιά του νεαρού εαυτού του, δέσμιος της ανάμνησης του τροβαδούρου με τη φυσαρμόνικα και την ακουστική κιθάρα, ο οποίος ξεστόμιζε στίχους που έκαναν μια γενιά να πίνει νερό στο όνομά του. O Scorsese διηγείται μια ιστορία γύρω από έναν μουσικό που σέρνει πίσω του ατάλαντους ποιητές, ψωνισμένους hipsters, groupies που ακολουθούσαν τον γκουρού για να αποκτήσουν κάποιο παράσημο διανόησης, κινηματογραφιστές χωρίς όραμα και φελλούς που είδαν φως και μπήκαν. Από αυτό το “Bob Dylan story”, δεν θα μάθουμε τίποτα καινούριο: δεν υπάρχει εδώ το υλικό που θρέφει τις βιογραφίες. Πρόκειται για ένα κολάζ από σκόρπιες μνήμες. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι τα μισά απ’ όσα βλέπουμε στην ταινία είναι ψέματα.

Echo in the Canyon
(Andrew Slater, 2018)

Η μυθική τοποθεσία του Laurel Canyon αναβιώνει με γοητευτικό τρόπο σε ένα νοσταλγικό ντοκιμαντέρ που προσπαθεί να προσεγγίσει ξανά τη μουσική αύρα αυτής της δοξασμένης γωνιάς της Καλιφόρνια. Από αυτή τη γειτονιά στην δεκαετία του ’60 ξεπήδησαν folk ήρωες και αριστουργηματικοί δίσκοι. Ιστορίες για τους Byrds, τους Beach Boys, τους Buffalo Springfield και άλλους καλλιτέχνες που όρισαν το περίφημο California Sound σε μια τοποθεσία που αποτέλεσε καταφύγιο απολαύσεων και οχυρό δημιουργίας για σπουδαία ονόματα της αμερικάνικης μουσικής τα χρόνια που μεσουρανούσαν οι Beatles. Ο Jakob Dylan είναι ο ξεναγός στο ντοκιμαντέρ στο οποίο μιλούν μεταξύ άλλων ο Ringo Starr, ο Eric Clapton, ο Graham Nash και ο Tom Petty για ιστορίες που ξέρουν από πρώτο χέρι. Απέναντί τους, μια γενιά νεότερων μουσικών όπως ο Beck, η Fiona Apple, η Cat Power και η Norah Jones αναμετρούνται με τα τραγούδια τους. Εάν αγαπάτε αυτή την εποχή, αναζητήστε τη fiction ταινία Laurel Canyon (2002) σε σκηνοθεσία Lisa Cholodenko με πρωταγωνίστρια την Frances McDormand.

Springsteen on Broadway
(Thom Zimny, 2018)

Ο Springsteen τραγουδάει και αφηγείται, κοιτώντας το κοινό στα μάτια επειδή το έχει κερδίσει. Έχει κορώνα στο κεφάλι του ότι δεν πρόδωσε ποτέ το κοινό και τις ιδέες του. Τον Springsteen δεν τον αφορά η ανακύκλωση της μυθολογίας του. Εκεί που οι συνομήλικοί του ξεκινούν παγκόσμιες γιναντοπεριοδείες για να διαμένουν σε σουίτες με μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού, ο ίδιος οργώνει ακόμη τη σκηνή με τα «σωτήρια» τραγούδια που θα ξορκίσουν την ακανθώδη μνήμη των εκλιπόντων της E Street Band οικογένειας και επιφυλάσσει από μια συναισθηματική κορύφωση σε κάθε τραγούδι. Φέρνει στο νου τις εποχές που ένοιωθε «γεννημένος να τρέχει», μιλάει για τους γονείς του, για τη σύντροφό του και για την πρώτη φορά που αφέθηκε στη μοίρα των ανοιχτών αυτοκινητόδρομων, ως μοναδική φυγή από την κινούμενη άμμο της επαρχιακής σκατούπολης. Θυμάται πως απεγκλωβίστηκε απ’ τα country/rock στερεότυπα για να γίνει κοινωνός των φόβων και των ενοχών της εργατικής τάξης: τότε δηλαδή που μίλησε για προδομένους βετεράνους, για ερειπωμένα εργοστάσια, για πολιτείες φαντάσματα, για τις αυταπάτες του πατριωτισμού, για «όνειρα» και «υποσχέσεις». Πάντα με γήινο συναισθηματισμό που κερδίζει και τον πιο αμύητο ακροατή. To Springsteen on Broadway είναι αντίδοτο στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και των κανιβαλιστικών της αναγκών.

Ανδρέας Κύρκος www.avopolis.gr

Πώς γυρίστηκε το video του «Realize» των AC/DC Εξηγούν οι ίδιοι

Οι ασυνήθιστες τεχνικές για το βιντεοκλίπ του «Realize», του τραγουδιού με το οποίο ανοίγει το πρόσφατο άλμπουμ των AC/DC «Power Up», έρχονται για πρώτη φορά στο φως. Στο κλιπ, κάθε πλάνο αποπροσανατολίζει. Τώρα, σε ένα σύντομης διάρκειας ντοκιμαντέρ ο κιθαρίστας Angus Young και ο διευθυντής δημιουργικού Josh Cheuse αποκαλύπτουν το πώς ετοιμάστηκε το πρωτότυπο βιντεοκλίπ.

Στο ντοκιμαντέρ, ο Cheuse εξηγεί ότι αυτό που ενέπνευσε τον Young ήταν η φωτογραφική μηχανή 360 μοιρών που χρησιμοποίησε ο φωτογράφος Gavin Elder κατά τη διάρκεια της βιντεοσκόπησης του «Shot in the Dark» της μπάντας. «Απλά, είδα πώς έδειχνε, και είδα το ευρύ καρέ, και σκέφτηκα ότι ήταν πολύ καλό. Έδειχνε διαφορετικό» λέει ο Young. Όπως σημειώνει το Rolling Stone, για τα γυρίσματα του κλιπ στην Αυστραλία οι AC/DC προσέλαβαν ως συνεργαζόμενο σκηνοθέτη του Cheuse τον Clemens Habicht. Ο Habicht τοποθέτησε σε ένα διόραμα χαρτονένια ομοιώματα των μελών της μπάντας για να δείξει πώς θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα. «Σκέφτηκα ότι, πραγματικά, ήταν cool» λέει ο Cheuse. «Κάπως σαν “ω, αυτός ο τύπος είναι τόσο παλαβός όσο κι εμείς”». «Είναι σχεδόν ό,τι καλύτερο μπορούσε να γίνει για να φαίνομαι ντυμένος σαν μοντέλο» γελά ο Young.

Τα «παρασκήνια» του γυρίσματος του κλιπ περιλαμβάνουν λίγες σκηνές με τον Young να παίζει με ακουστική κιθάρα τις συγχορδίες του τραγουδιού. Στο ντοκιμαντέρ φαίνεται επίσης το ότι τράβηξαν ένα ένα τα μέλη της μπάντας κάθε φορά, για να ελαχιστοποιήσουν τον αριθμό των μουσικών μέσα στον χώρο, πιστοί στις απαιτήσεις «κοινωνικής αποστασιοποίησης».

Στο κλιπ, η κάμερα εστιάζει στο πρόσωπο του Brian Johnson και κουρνιάζει στο καράολο της κιθάρας του Angus Young, καθώς ροκάρουν μπροστά από ένα τοίχο εκκωφαντικών Marshall ενισχυτών του τελευταίου. Και μετά, στριφογυρίζει κάνοντας κύκλους στο έδαφος, στοχεύοντας από τα κάτω προς τα πάνω στα πρόσωπα των Αυστραλών «ταραχοποιών».

Γιάννης Μακρής www.ogdoo.gr

Περασμένα μεγαλεία εξολοκλήρου διαθέσιμα online

Τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αίσθηση μιας live συναυλίας, όμως μέχρι τα venues να ανοίξουν ξανά, μπορούμε τουλάχιστον να αναπληρώνουμε το κενό ανατρέχοντας σε περασμένα μεγαλεία, εξολοκλήρου διαθέσιμα online.

Ας ξεκινήσουμε με ένα disclaimer. Τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αίσθηση μιας ζωντανής συναυλίας, καμιά οθόνη δεν μπορεί να μεταδώσει την επαφή της μπάντας με το κοινό, τον ηλεκτρισμό που αισθάνεσαι καθώς οι μουσικοί αλληλεπιδρούν μπροστά στα μάτια σου, τη συλλογική εμπειρία που μοιράζονται οι λίγοι (ακόμη κι αν είναι κάποιες χιλιάδες) που έχουν το μαγικό εισιτήριο και παρακολουθούν μαζί το ίδιο live. 

Μετά από σχεδόν ένα χρόνο, ωστόσο, χωρίς μεγάλες συναυλίες, το μόνο που μας έχει μείνει να αναπληρώσει το κενό που αισθανόμαστε, είναι το διαδίκτυο. Εκεί όπου με λίγο ψάξιμο μπορούμε να ανακαλύψουμε διαμάντια, και να βρεθούμε νοερά σε στιγμές τις οποίες θέλουμε να θυμηθούμε ή να γνωρίσουμε εξ αρχής. 

Μέχρι να μπορέσουμε να βρεθούμε ξανά όλοι μαζί σε μια μεγάλη αρένα, χορεύοντας και τραγουδώντας μαζί με τις αγαπημένες μας μπάντες.

RADIOHEAD – PRIMAVERA SOUND (2016)

Μιας και το έζησα αυτό το live στη Βαρκελώνη, από τις πρώτες σειρές της κεντρικής σκηνής του Primavera Sound το 2016, δεν θα μπορούσα παρά να ξεκινήσω από εδώ. Οι Radiohead σε τρομερή φόρμα, έδωσαν ένα γεμάτο σετ με ορισμένα από τα πιο αγαπημένα κομμάτια τους. 

Ξεκίνησαν με το πολύ δυνατό Burn the Witch, από το ολόφρεσκο τότε άλμπουμ τους A Moon shaped pool, ενώ μας αποχαιρέτησαν στο δεύτερο encore με το Creep, κι όλο το κοινό να τραγουδάει μαζί με τον Thom York, ο οποίος μάλλον ξεπέρασε τη θρυλική αποστροφή του για αυτό το κομμάτι.  

Αν θέλετε να δείτε περισσότερα live από τη μπάντα και σε καλύτερη ποιότητα, υπάρχει πλούσιο υλικό στη δημόσια βιβλιοθήκη τους.

 

DEPECHE MODE – ONE NIGHT IN PARIS (2001)

Οι Depeche Mode στα live τους είναι ασύγκριτοι. Από την αστείρευτη ενέργεια του χαρισματικού Dave Graham, αλλά και όλης της μπάντας, μέχρι τα γραφικά, εδώ και 40 χρόνια δεν έχουν σταματήσει να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό και να γεμίζουν στάδια. 

Εδώ, μια γεύση από το μακρινό πλέον 2001 και το live που είχαν δώσει στο Palais Omnisports στο Παρίσι, στο πλαίσιο του The Exciter Tour 2001, το οποίο κυκλοφόρησε και σε Live DVD σε σκηνοθεσία Anton Corbijn. 

Να θυμίσουμε επίσης πως οι Depeche Mode πρόσφατα κυκλοφόρησαν ένα νέο ντοκιμαντέρ και concert film με τίτλο “Depeche Mode: SPiRiTS in the Forest”.

FLORENCE AND THE MACHINE – ELECTRIC CASTLE (2019)

Αν νοσταλγείτε τις στιγμές που ζήσαμε τον Σεπτέμβριο του 2019 σε Ηρώδειο και Γαλάτσι, εδώ ολόκληρη η συναυλία που έδωσε λίγους μήνες νωρίτερα στο Electric Castle η Florence με τη μπάντα της. Ανεβάστε τον ήχο, φορέστε κάτι αέρινο και στροβιλιστείτε μαζί της.

BOB DYLAN – THE NEVER ENDING TOUR / ATLANTA (2002)

Ο Μπομπ Ντίλαν έχει δώσει 3.066 συναυλίες στο πλαίσιο της περιοδείας The Never Ending Tour που ξεκίνησε το 1988 και από αυτές μόνο μία μεταδόθηκε ποτέ ολόκληρη, το 1994 στο MTV. 

Εδώ και λίγες μέρες, ωστόσο, έχει αναρτηθεί στο YouTube μια από αυτές τις συναυλίες, διάρκειας λίγο περισσότερο από 2 ώρες, σε πολύ καλή ποιότητα ήχου και εικόνας, ενώ ο Ντίλαν κι η μπάντα του βρίσκονται σε εξαιρετική φάση. 

Πρόκειται για τη συναυλία που έδωσε στην Ατλάντα το 2002, η ηχογράφηση της οποίας  κυκλοφορούσε στο διαδίκτυο ως “Got a line on you”. 

LANA DEL REY – NORMAN FUCKING ROCKWELL TOUR (2019)

To φθινόπωρο του 2019 η Λάνα ντελ Ρέι ξεκίνησε από την Αμερική και τον Καναδά την περιοδεία της για την προώθηση του δίσκου Norman Fucking Rockwell, με ένα setlist που περιλάμβανε καινούργια, αλλά και αρκετά από τα παλιότερα χιτ της. Η περιοδεία δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί, αρχικά λόγω ασθένειας της Ντελ Ρέι το Φεβρουάριο του 2020 και στη συνέχεια εξαιτίας της πανδημίας.

DAVID BOWIE – ISOLAR II – THE 1978 WORLD TOUR

Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς από τα τόσα live του David Bowie που υπάρχουν στο YouTube. Ας σταθούμε στα χρόνια του Βερολίνου, για πολλούς η καλύτερη περίοδος του Μπόουι και στην παγκόσμια περιοδεία του 1978. Η set list περιλάμβανε κυρίως υλικό από τους δίσκους Low και Heroes, ενώ το δεύτερο μέρος της συναυλίας ξεκινούσε με ένα σερί πέντε κομματιών από το The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars. 

Την εμπειρία της συμμετοχής του στη συγκεκριμένη περιοδεία (και κυρίως στα παρελκόμενά της) κατέγραψε ο πιανίστας της μπάντας, Sean Mayes, στο βιβλίο “Life Οn Tour with Bowie: A Genius Remembered”. 

 

PJ HARVEY – LIVE AT SHEPHERD’S BUSH EMPIRE, LONDON (2001)

Είκοσι χρόνια πριν, η Polly Jean Harvey όπως την αγαπήσαμε, με τις δυνατές ροκ στιγμές της και με μια setlist που περιλαμβάνει ορισμένα από τα ωραιότερα τραγούδια εκείνης της περιόδου της. 

Μακάρι να είχαμε επίσης ολόκληρη την εξαιρετική σύμφωνα με όσους βρέθηκαν εκεί συναυλία που είχε δώσει στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2008 μόνη της επί σκηνής υπάρχουν ωστόσο κάποια αποσπάσματα στο YouTube για να επιβεβαιώσουν τη μαγευτική της παρουσία, όπως αυτό που σπανίως πλέον ερμηνεύει ζωντανά.     

SIVERT HOYEM – LIVE AT THE ACROPOLIS (2016) 

Το φθινόπωρο του 2016 έχει μείνει αξέχαστο τόσο σε εμάς που παρακολουθήσαμε το live, όσο και στον Sivert που βρέθηκε σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο. Δυο συναυλίες έδωσε ο αγαπημένος Νορβηγός τραγουδοποιός, πλαισιωμένος από τη μπάντα του και μια υπέροχη ορχήστρα εγχόρδων, οι οποίες καταγράφηκαν στο διπλό live album & film που κυκλοφόρησε το 2017. 

MADONNA – THE BLOND AMBITION TOUR (1990)

Η περιοδεία που μετέτρεψε τη Μαντόνα από απλή pop star, σε είδωλο της pop κουλτούρας, εδραιώνοντάς τη στο θρόνο της στην pop βιομηχανία. Μια πολυδάπανη παραγωγή που περιλάμβανε εκρηκτικές χορογραφίες από τους θρύλους του “voguing” της Νέας Υόρκης, τον εμβληματικό πλέον κωνικό κορσέ που σχεδίασε ο Ζαν Πωλ Γκοτιέ για τη Μαντόνα, έντονη θεατρικότητα και μια αισθητική που συνδύαζε τον καθολικισμό με το BDSM και τη γυναικεία σεξουαλική χειραφέτηση. 

Βλέποντας κάποιος σήμερα το Blond Ambition Tour, ίσως δεν εντυπωσιαστεί ή σοκαριστεί από το περιεχόμενό του. Τον 1990 όμως, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Ο Πάπας χαρακτήρισε τις εμφανίσεις της ως «μία από τις πιο σατανικές εκδηλώσεις στην ιστορία της ανθρωπότητας», ενώ σε ορισμένες στάσεις της περιοδείας είχε επέμβει η αστυνομία, εξαιτίας της περίφημης σκηνής όπου τραγουδά το Like a virgin.

Πολλά από αυτά τα περιστατικά, καταγράφονται και στο ντοκιμαντέρ Madonna: Truth or Dare (ή αλλιώς In Bed with Madonna) σε σκηνοθεσία Alek Keshishian. 

BEYONCE – COACHELLA (2018)

Η Beyonce έκανε το όνειρό της πραγματικότητα (ή μάλλον ακόμη ένα από τα όνειρά της), όταν εμφανίστηκε ως η πρώτη Αφροαμερικανίδα headliner για δυο βραδιές στο περίφημο φεστιβάλ Coachella της Καλιφόρνια το 2018, επιβεβαιώνοντας πως είναι η εντυπωσιακότερη περφόρμερ της γενιάς της. 

Η εμφάνιση ήταν ένας φόρος τιμής στην κουλτούρα και την ιστορία των Πανεπιστημίων και Κολλεγίων των Αφροαμερικανών, τραγούδησε το «Lift Every Voice and Sing» που είναι γνωστό ως ο εθνικός ύμνος των μαύρων και έκανε αναφορές στον Malcolm X.  

Το 2019 κυκλοφόρησε στο Netflix το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Homecoming» που περιλαμβάνει αποσπάσματα από τη συναυλία και επιπλέον στιγμιότυπα. 

Από τη Βαρβάρα Σαββίδη www.pepper966.gr

Νέο Album για τον Mario Biondi – Dare

Οι καλύτερες ευχές στον Ιταλό τραγουδιστή Mario Biondi που γιόρτασε τα 50α γενέθλια του (γιορτάζεται στις 28 Ιανουαρίου) και με αυτή την αφορμή παρουσίασε στο κοινό το νέο του album “Dare”“Σε αυτόν τον τίτλο βρήκα έναν μεγάλο συγχρονισμό μεταξύ Αγγλικών και Ιταλικών. Δίνω τόλμη πολύ, γιατί δεν ξέρετε αν αυτό που δίνετε είναι αυτό που ο άλλος αναμένει να λάβει”, δήλωσε ο καλλιτέχνης μιλώντας για τη διπλή έννοια του τίτλου.

Με το “Dare”, που κυκλοφόρησε στις 29 Ιανουαρίου, ο καλλιτέχνης συνδυάζει το ύφος των πρώτων του βημάτων, της jazz και της soul, με νέους ήχους μεταξύ funk, disco, pop και μια πινελιά από rock. Δεκαέξι τραγούδια, συμπεριλαμβανομένων ακυκλοφόρητων τραγουδιών, διασκευών, remix και δύο τραγουδιών στα οποία επιστρέφει στον ιταλικό στίχο.

Πριν από την κυκλοφορία του album έχουν ήδη προηγηθεί οι κυκλοφορίες τριών χαρακτηριστικών singles του. Το “Mesmerizing Eyes”, το “Paradise” -το οποίο παρόλο που κυκλοφόρησε σε αρκετές διαφορετικές εκδοχές ευθύς εξαρχής, εδώ επανεμφανίζεται με μια νέα alternative version- και το πιο πρόσφατο cover του στο “Cantaloupe Island” του Herbie Hancock στο remix του Dj Meme, του Βραζιλιάνου DJ και του παραγωγού με τον οποίο ο Mario συνεργάστηκε στην προαναφερθείσα κυκλοφορία του single “Paradise”. Στο album θα βρούμε και την original version της διασκευής, το εν λόγω remix αλλά και άλλο ένα remix σε παραγωγή του DJ, Piparo.

Συνοδοιπόροι του σε αυτήν την περιπέτεια είναι παλιότεροι φίλοι και πιο πρόσφατοι γνωστοί: Dodi Battaglia, Il Volo, το βρετανικό συγκρότημα Incognito και η Γερμανίδα μουσικός Olivia Trummer. Εκτός από αυτούς θα συναντήσουμε και τη συμμετοχή των The Highfive Quintet του Fabrizio Bosso, δηλαδή η τρέχουσα μπάντα του που τον συνόδευσε σε όλο τον κόσμο για χρόνια. Επίσης στο “Show Some Compassion” συγκεντρώνονται οι: Chuck Rolando, Dodi Battaglia, Annalisa Minetti, Enzo Avitabile, Sarah Jane Morris, Jeff Cascaro, Alain Clarke και Paulo.

Το “Dare” σηματοδοτεί επίσης μια επιστροφή στα Ιταλικά με το “Crederò” (feat. Il Volo) και το “Simili” (feat. Dodi Battaglia). Συγκεκριμένα, δήλωσε για το τελευταίο “Ανέτρεξα στο παρελθόν για να το επαναφέρω από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 γιατί είναι ένα τραγούδι με το οποίο πάντα ήμουν ερωτευμένος. Αναρωτιέμαι ακόμα πώς θα μπορούσα να έχω γράψει τέτοιους στίχους”.

Και σχετικά με τις πολλές συνεργασίες στο δίσκο δηλώνει: “Δεν νομίζω ότι η μουσική πρέπει απαραίτητα να φέρει την ετικέτα ενός μόνο είδους. Κάθε φορά που έρχεστε αντιμέτωποι με έναν καλλιτέχνη καταλαβαίνετε τη γλώσσα του. Για παράδειγμα, όταν βρίσκεστε στη σκηνή με τον Pino Daniele, αισθάνεστε πως του ταιριάζει φωνή και αρμονία, ήταν απίστευτο”.

Ο Mario ξεπέρασε τον εαυτό και με την ερμηνεία ορισμένων αριστουργημάτων της παγκόσμιας μουσικής, τα οποία προσέγγισε με μεγάλο σεβασμό. «Αισθάνομαι την ευθύνη του καθήκοντος, ιδιαίτερα σε αυτήν την περίπτωση όπου έχουμε απομακρύνει το «Strangers in the Night» από την αρχική του εκτέλεση».

“Όπως όλοι έκανα πολλά λάθη, θα μπορούσα να έκανα πολλά πράγματα καλύτερα, αλλά δεν λυπάμαι πολύ. Προσπαθώ να κρατήσω τα πόδια μου σταθερά στο παρόν για να χτίσω το μέλλον”, παραδέχεται ότι μιλάει για την προσωπική του ισορροπία ως ένας άντρας που συμπλήρωσε μισό αιώνα ζωής. Επίσης ο ίδιος δήλωσε πως είναι έτοιμος να επιστρέψει με ζωντανές εμφανίσεις στο εγγύς μέλλον, όταν αυτό θα μπορέσει να είναι εφικτό: “Είμαστε έτοιμοι, θέλουμε να είμαστε εκεί και να δώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται ένας άγνωστος παράγοντας”.

Θοδωρής Κολλιόπουλος www.soundarts.gr

Η χρυσή περίοδος του John Mayall σε μια συλλεκτική έκδοση

Η χρυσή περίοδος του John Mayall σε μια συλλεκτική έκδοση. Μια τεράστια συλλογή με τις πρώτες ηχογραφήσεις του Βρετανού blues rocker John Mayall…

Μια τεράστια συλλογή από 35 CD με τις πρώτες ηχογραφήσεις του Βρετανού blues-rocker John Mayall, με τίτλο «The First Generation 1965, 1974» κυκλοφορεί υπό την επίβλεψη του ίδιους από τις 29 Ιανουαρίου 2021, σε περιορισμένη έκδοση 5.000 αντιτύπων.

John Mayall – The First Generation 1965 – 1974 – Deluxe Box Set

Για σχεδόν έξι δεκαετίες, το όνομα του John Mayall είναι συνώνυμο με τα μπλουζ, ειδικά στην πατρίδα του Αγγλία και δικαίως του απονείμεται ο ιστορικός τίτλο του «Godfather of the British Blues ». Είναι ο άνθρωπος που είναι υπεύθυνος για την προβολή νέων μπλουζ κιθαριστών όπως ο Eric Clapton, ο Peter Green και ο Mick Taylor, καθώς και οι John McVie και Mick Fleetwood, όλοι τους πέρασαν από τους Blues Breakers του Mayall που συνεχίζει να είναι ενεργός στην ηλικία των 87 ετών. Η αθροιστική δισκογραφία του, συμπεριλαμβανομένων στούντιο και ζωντανών LP και συλλογών, ανέρχεται συνολικά σε περίπου 100 άλμπουμ, ενώ έχει κυκλοφορήσει επίσης δεκάδες single.

Τώρα, μετά από χρόνια αναζήτησης των μουσικών αρχείων η ετικέτα Madfish της Snapper Music Ltd. κυκλοφόρησε το πολυτελές σετ 35 ψηφιακών δίσκων με τίτλο «John Mayall – The First Generation 1965–1974» μια συλλογή που δείχνει πόσο παραγωγικός ήταν ο Mayall στα πρώτα του χρόνια, αν και σίγουρα η παραγωγικότητα δεν έχει μειωθεί από τότε. Η συλλογή περιλαμβάνει νέες remastered εκδόσεις 19 άλμπουμ του Mayall, από το «John Mayall Plays John Mayall» του 1965 έως τo “The Latest Edition” του 1974, με εξαίρεση το Primal Solos του 1969, ένα αρχειακό άλμπουμ του οποίου τα τραγούδια περιλαμβάνονται ως κομμάτια μπόνους σε άλλους δίσκους σε αυτό το σετ.

Ο John Mayall στο Laurel Canyon το 1968

Ο απίστευτα παραγωγικός Mayall ο ίδιος είναι ένας πολυοργανίστας που παίζει πλήκτρα, φυσαρμόνικα και κιθάρα, όπως στα 12 κομμάτια του άλμπουμ του 1967 «The Blues Alone» (περιλαμβάνεται σε αυτό το box set). Ξεκίνησε σχετικά αργά στη ζωή του την ηχογράφηση του πρώτου του άλμπουμ σε ηλικία 31 ετών αν και έπαιζε επαγγελματικά για σχεδόν μια δεκαετία. Ένας φοιτητής Καλών Τεχνών, ο Mayall είναι γνωστός ότι έχει σχεδιάσει πολλά από τα δικά του εξώφυλλα δίσκων άλμπουμ και έχει ζωγραφίσει άλλα στις κιθάρες του, αληθινά έργα τέχνης.

Πολλοί λάτρεις του Eric Clapton από τα χρόνια του “Clapton is God” θα θέλουν τη συλλογή απλά για το γεγονός ότι το κουτί αυτό περιέχει ένα μονοφωνικό CD του άλμπουμ «Blues Breakers With Eric Clapton», καθώς και μια στερεοφωνική έκδοση του CD με κομμάτια μπόνους. Αυτό ήταν το άλμπουμ όπου ο Clapton παίζει με τη θρυλική κιθάρα Les Paul του 1959 (άλλοι λένε του 1960) πριν πιάσει τις Gibsons με τους Cream και τελικά ν’ αλλάξει τον ήχο του παίζοντας με Fender Stratocasters.

O John Mayall (αριστερά) με τους Bluesbreakers και δίπλα του o Eric Clapton. Τρίτος ο μπασίστας John McVie και δεξιά ο ντράμερ Hughie Flint. Η σύνθεση του πρώτου τους δίσκου to 1966, γνωστού ως “beano”

Εκτός από την πρόσληψη του καλύτερων νεαρών ταλαντούχων μουσικών στην Αγγλία κατά στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Mayall αργότερα άρχισε να προσλαμβάνει μουσικούς από αμερικανικές μπάντες που εμφανίζονται σε αυτήν τη συλλογή, όπως ο μπλουζ φυσαρμονικίστας Paul Butterfield, ο βιολιστής των Frank Zappa’s Mothers of Invention, Sugarcane Harris και ο κιθαρίστας των Canned Heat, Harvey Mandel . Ο Μαντέλ αυτό τον καιρό προσελκύει την προσοχή στο διαδίκτυο ως ο παίκτης που χρησιμοποίησε την τεχνική χεριών με δύο χέρια πριν από τον Έντι Βαν Χάλεν, αλλά δεν το έκανε σε αυτές τις ηχογραφήσεις.

Το πακέτο περιλαμβάνει επίσης δύο δίσκους ηχογραφήσεων του BBC με μέλη του συγκροτήματος της Mayall από το 1964 έως το 1968, όπως ο μελλοντικός μπασίστας/τραγουδιστής των Cream, Jack Bruce και ο σέσιον μπασίστας Andy Fraser πολύ πριν γράψει το κλασικό “Every Kind of People” του Robert Palmer. Στις ζωντανές ηχογραφήσεις περιλαμβάνεται το οργανικό “Curly” με τον Peter Green στην κιθάρα, σε ένα από τα σόλο του που ενέπνευσε τη δουλειά των Rolling Stones. Δύο άλλοι live δίσκοι περιλαμβάνουν τη σύνθεση των Green, McVie και Mick Fleetwood, που ήταν ντράμερ της μπάντας για ένα σύντομο χρονικό διάστημα προτού οι τρεις από αυτούς έφυγαν από τo συγκρότημα του Mayall και σχημάτισαν τους Fleetwood Mac.

Εκτός από πολλά remix κομμάτια από το κλασικό άλμπουμ του 1970 του Mayall, το πακέτο περιλαμβάνει επίσης ένα τεράστιο βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο με σπάνιες φωτογραφίες και αναμνηστικά, μια πλήρη λίστα για την περίοδο, καθώς και αφίσες για το άλμπουμ “Ten Years Are Gone” και μια περιοδεία του 1968. Για εκείνους τους λάτρεις των θεών της κιθάρας και του ανθρώπου που ονομάζεται «Νονός των Βρετανικών Blues», αυτή η συλλογή είναι απαραίτητη. Η προτεινόμενη λιανική τιμή των 439,99 ευρώ φαίνεται υψηλή, αλλά κάποιοι ιστιότοποι το πωλούν πολύ λιγότερο.

Ο Mayall έχει μια σειρά από ημερομηνίες περιοδείας στα προγραμματισμό του για το 2021, μερικές με τον παλιό του φίλο Dave Mason των Traffic. Παρόλο που μπορεί να είναι μπορείτε να ακούσετε τον Mayall να γιορτάζει τα 87α γενέθλιά του πριν από δύο μήνες με τον κιθαρίστα Buddy Miller στο κλασικό κομμάτι του Bobby Rush “I’m As Good As Gone” εδώ.

John Mayall – I’m as Good as Gone (Feat. Buddy Miller) [Official Audio]

Πολλοί από τους καλύτερους μουσικούς της εποχής όπως οι Eric Clapton, Peter Green, Mick Taylor, Harvey Mandel, Blue Mitchell, Jon Mark πέρασαν από την ιερή τάξη των Bluesbreakers του John Mayall και όλοι βρίσκονται εδώ σε ένα εκπληκτικό σετ γεμάτο με μουσικά στιγμιότυπα, με την επίβλεψη του John Mayall αναλυτικά περιέχει τα εξής:

35 remastered ψηφιακούς δίσκους του αυθεντικού υλικού των άλμπουμ του στην Decca & Polydor που περιέχουν επίσης 3 cd singles και 8 ακυκλοφόρητους δίσκους

Υλικό από 7 ανέκδοτα live συμπεριλαμβανομένου της συναυλίας στο Windsor το 1967, Gothenburg 1968, Berlin 1969, San Francisco 1970

28 ακυκλοφόρητα BBC κομμάτια με συμμετοχή των Eric Clapton, Peter Green, Mick Taylor

Υπογεγραμμένες φωτογραφίες, πολυσέλιδο βιβλίο με σπάνιες φωτογραφίες και memorabilia, λίστες τραγουδιών από συναυλίες του της περιόδου 1965, 74, γράμματα από το fun club του, δύο σπάνια πόστερ και ένα πόστερ από την περιοδεία Ten Years Are Gone του 1968 και πρόμο υλικό από το δίσκο του “John Mayall Plays John Mayall”

Το πιο πιο πρόσφατό του trio

Γιάννης Αλεξίου www.ogdoo.gr

1 3 4 5 6 7 83