Όλη νύχτα εδώ: 84 προφορικές μαρτυρίες ρίχνουν φως στο Πολυτεχνείο

Όλη νύχτα εδώ: 84 προφορικές μαρτυρίες ρίχνουν φως στο Πολυτεχνείο…

Το βιβλίο του Ιάσονα Χανδρινού διαλύει την ομίχλη γύρω από την Εξέγερση δίνοντας το μικρόφωνο στους πραγματικούς πρωταγωνιστές της.

Νεκροί στο Πολυτεχνείο δεν υπήρξαν, η γενιά του κατέστρεψε τη σύγχρονη Ελλάδα κι η Εξέγερση είναι υπεύθυνη για την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα διαχρονικά fake news με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι εδώ και 46 χρόνια· από τότε δηλαδή που νεαροί φοιτητές, ρισκάροντας όπως αποδείχθηκε τη ζωή τους, όρθωσαν ανάστημα απέναντι σε μία Δικτατορία που είχε καταλύσει κάθε δημοκρατικό δικαίωμα. Ποια, όμως, μπορεί να είναι η απάντηση σε όλα αυτά; To βιβλίο του 36χρονου ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού Όλη νύχτα εδώ (εκδ. Καστανιώτη) έρχεται να διαλύσει την σκόπιμη (;) ομίχλη που έχει δημιουργηθεί μέσα από τα χρόνια γύρω από την Εξέγερση.

Αντί όμως να κουνά το δάχτυλο με διδακτικό τρόπο τρομάζοντας τους αναγνώστες, δίνει το μικρόφωνο στους πραγματικούς πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών: Μέσα από 84 απομαγνητοφωνημένα κείμενα προφορικών μαρτυριών ρίχνει φως στο τι ακριβώς συνέβη εκείνες τις νύχτες που χαράχτηκαν με χρυσά γράμματα στη συλλογική μνήμη.

Καθώς η μία μαρτυρία διαδέχεται την άλλη, με αρκετά γνωστά ονόματα από διαφορετικούς χώρους (Νάντια Βαλαβάνη, Σταύρος Λυγερός, Διονύσης Τσακνής, Δημήτρης Παπαχρήστος) να παρελαύνουν από τις σχεδόν 800 σελίδες αυτής της εξονυχιστικής έρευνας, ξετυλίγεται σιγά σιγά ένα κουβάρι αναμνήσεων αναφορικά με την πιο σημαντική φοιτητική εξέγερση που πραγματοποιήθηκε ποτέ στην Ελλάδα. Μία εξέγερση που αποτελεί, όχι άδικα, ένα σύμβολο απέναντι σε κάθε καταπίεση. 


Η ιστορική έρευνα έχει καταλήξει σε 24 ταυτοποιημένους νεκρούς κι έναν αριθμό από “βάσιμους προκύπτοντες” νεκρούς από πυρά αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων.


Η αφήγηση, όπου οι πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη, φέρνει στο μυαλό τον τρόπο που η Svetlana Alexievich διαχειρίστηκε το υλικό της για το μνημειώδες Τσέρνομπιλ: Ένα χρονικό του μέλλοντος (εκδ. Πατάκη). Όσο για τα συναισθήματα που προκαλεί; Αυτά έχουν να κάνουν με το πώς το βλέπει ο κάθε αναγνώστης. Σίγουρα πάντως δύσκολα κάποιος μπορεί να αναιρέσει τα όσα λέγονται, αφού οι προφορικές μαρτυρίες χτίζουν κομμάτι κομμάτι μία αλήθεια που είναι αυτόφωτη, χωρίς να υπάρχει η ανάγκη κάποιου ειδήμονα για να υποδείξει πώς και γιατί έγινε ό,τι έγινε.

Οι μαρτυρίες

“Ήταν πολλοί νεκροί από αδέσποτες σφαίρες” ακούμε τον Μιχάλη Γουνελά, υπίλαρχο των τανκς που εμφανίστηκαν στο Πολυτεχνείο, σε κάποια στιγμή του βιβλίου. Από τα λόγια του, εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η σύγχυση που επικράτησε εκείνο το βράδυ (17 Νοεμβρίου 1973) αλλά και τα προηγούμενα βράδια ήταν τεράστια. Οι αρχές δεν είχαν απλά σαστίσει αλλά πραγματικά τρομάξει με την αυθόρμητη αντίδραση των νέων ανθρώπων. Φοιτητές, σπουδαστές αλλά και μαθητές έγιναν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα ο εφιάλτης της Χούντας.


Πάνω στα τραπέζι της Αρχιτεκτονικής σώματα τραυματιών. Κάποιοι βαριά, κάποιοι πιο ελαφριά. Θυμάμαι έναν που με πιάνει απ’ το χέρι. Είχε φάει μια ριπή στο πόδι”.


Οι συλλήψεις που έλαβαν χώρα μετά τη βίαιη εκκένωση του Πολυτεχνείου ήταν 866 ενώ η ιστορική έρευνα έχει καταλήξει σε 24 ταυτοποιημένους νεκρούς και έναν αριθμό από “βάσιμους προκύπτοντες” νεκρούς από πυρά αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. “Ως Έλλην πολίτης, αρνούμαι να σας ακολουθήσω!” θυμάται, χαμογελώντας, έναν 14χρονο μαθητή που είχαν έρθει να τον μαζέψουν οι γονείς του από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου, η φοιτήτρια Φιλοσοφικής τότε Βέρα Δαμοφλή, πριν συνεχίσει: “Δεν θα τον ξεχάσω αυτόν τον σπόρο. Επίσης, μαθητές ήταν [ανάμεσα] στους νεκρούς. Μαθητής ο Κομνηνός. Μαθητής ο Σπαρτίδης”.

Το βιβλίο του Χανδρινού σε κάνει να επιστρέφεις με σχεδόν μεταφυσικό τρόπο στον χώρο και τον χρόνο. Τι ακριβώς συνέβαινε; Ποιοι ήταν οι πρωταγωνιστές; Ήταν όλα εντάξει ανάμεσα στους φοιτητές ή όχι; Υπάρχουν κρυφές πλευρές που δεν έχουμε μάθει ποτέ; “Άρχισαν κόντρες, υπήρχαν διαφωνίες, αλλά πηγαίναν τα πράγματα από μόνα τους. Την άλλη μέρα βγάλαν ντουντούκες (είχαν ήδη αρχίσει απ’ το βράδυ της Τετάρτης), περνάγαν λεωφορεία και κολλάγαμε συνθήματα. Εντελώς αυθόρμητα ήταν όλα αυτά” διαβάζουμε τα λόγια του τότε φοιτητή της Φυσικομαθηματικής, Σταύρου Λυγερού.

Οι απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, με άλλα λόγια, δίνονται απλόχερα και σχεδόν από μόνες τους, πριν η ωμότητα των ιστορικών γεγονότων επιστρέψει δριμύτερη: “Πάνω στα τραπέζι της Αρχιτεκτονικής σώματα τραυματιών. Κάποιοι βαριά, κάποιοι πιο ελαφριά. Θυμάμαι έναν που με πιάνει απ’ το χέρι. Είχε φάει μια ριπή στο πόδι. Και μου έδωσε το τηλέφωνο του σπιτιού του να ειδοποιήσω τον πατέρα του. Το αποθήκευσα και τον πήρα πράγματι, τις επόμενες μέρες από κρυψώνα” καταγράφει ο γνωστός δημοσιογράφος σε τελείως διαφορετικό τόνο.

Οι μαρτυρίες δίνουν την αίσθηση πως η αλληλεγγύη βρισκόταν στην πρώτη γραμμή εκείνων των ταραγμένων ημερών, καθώς αποτελούσαν το μοναδικό πράγμα στο οποίο μπορούσαν να βασιστούν οι φοιτητές. “Δηλαδή, αν τυχόν είχες μια αμυχή στο μάγουλο, δεν μπορούσες να περπατήσεις στους χώρους του Πολυτεχνείου γιατί καθένας που σ’ έβλεπε σ’ ενημέρωνε ότι υπάρχει ιατρείο και [προσφερόταν] κιόλας να σε πάει. Μια έξαρση της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Σε απίστευτο βαθμό” θυμάται ο τότε φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων, Ολύμπιος Δαφέρμος.


“Ήταν μια πολιτική πράξη το Πολυτεχνείο. Καθαρά πολιτική ενέργεια. Ήταν μια εξέγερση. Δεν έριξε τη Χούντα. Της έριξε όμως το προσωπείο. Την ξεμασκάρεψε εντελώς”.

Προς το τέλος της συνέντευξής του αναφέρει ότι εκείνες ήταν πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής του σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μην μπορέσει να προσαρμοστεί ποτέ καλά στην πολιτική πραγματικότητα της μεταπολίτευσης. Ο ίδιος αφηγητής, μάλιστα, διαθέτει τη γενναιότητα να παραδεχθεί κάποιους φόβους με τρόπο που δεν συνηθίζεται: “Παλεύεις ενάντια σε μια αυταρχική εξουσία, σκληραίνεις τόσο πολύ που, όταν πάρεις την εξουσία και εσύ, αναπαράγεις τα ίδια πράγματα”.

Τελικά, όμως, δίνεται απάντηση για το τι υπήρξε για την Ελλάδα η Εξέγερση του Πολυτεχνείου; Στην εισαγωγή του Όλη νύχτα εδώ διαβάζουμε τον συλλογισμό του ιστορικού Κώστα Κατσάπη ότι η ελληνική κοινωνία άλλαξε την αντίληψή της για τη νεολαία από το 1974, η οποία από “πρόβλημα” έγινε συνώνυμο των αγώνων για τη δημοκρατία και την πρόοδο.

Σε πιο απλά ελληνικά, λοιπόν, κάνοντας ένα λογικό άλμα μπορούμε με σιγουριά να πούμε ότι όλοι μας -όσο είμαστε τουλάχιστον ακόμα νέοι είμαστε κατά κάποιον τρόπο παιδιά του Πολυτεχνείου. Ας αφήσουμε, όμως, καλύτερα τους πρωταγωνιστές, όπως η Βέρα Δαμοφλή, να μιλήσουν για αυτό: “Ήταν μια πολιτική πράξη το Πολυτεχνείο. Καθαρά πολιτική ενέργεια. Ήταν μια εξέγερση. Δεν έριξε τη Χούντα. Της έριξε όμως το προσωπείο. Την ξεμασκάρεψε εντελώς”.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας esquire.com.gr

Η ανεπανάληπτη γοητεία της Sophia Loren

Η ανεπανάληπτη γοητεία της Sophia Loren. Στα 86 της χρόνια, η ηθοποιός θρύλος παραμένει ο ορισμός της ιταλικής φινέτσας και ομορφιάς…

Σταρ της Χρυσής Εποχής του Χόλιγουντ, η σπουδαιότερη γυναίκα ηθοποιός του 21ου αιώνα σύμφωνα με το Αμερικάνικο Κινηματογραφικό Ινστιτούτο, κάτοχος Όσκαρ Α’ Γυναικείου Ρόλου για την ταινία Η Ατιμασμένη (1960) ζωντανός θρύλος της Τσινετσιτά, η προσωποποίηση της ιταλικής φινέτσας και ομορφιάς, ένα από τα παγκόσμια, διαχρονικά sex symbols και οι χαρακτηρισμοί θα μπορούσαν να μην τελειώσουν ποτέ για την Sophia Loren.

Από το 1950 μέχρι σήμερα, η αειθαλής Loren το πραγματικό της όνομα είναι  Sofia Villani Scicolone συνεχίζει στα 86 της χρόνια να παραμένει δραστήρια κινηματογραφικά, με το ταλέντο και την γοητεία της να συνεχίζουν να μαγεύουν τη μεγάλη οθόνη.

Η νέα κινηματογραφική της περιπέτεια

Έντεκα χρόνια μετά την ταινία του Rob Marshall, Nine, η Sophia Loren επιστρέφει στο σινεμά μέσα από το Netflix και την ταινία The Life Aheadπου ξεκίνησε να προβάλλεται από σήμερα στην πλατφόρμα.

Η υπόθεσή της έχει ως εξής: Στην παραθαλάσσια Ιταλία, μία ηλικιωμένη Εβραία, επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, εργάζεται σε ένα κέντρο φροντίδας μικρών παιδιών. Εκεί, γνωρίζει ένα 12χρονο αγόρι από την Σενεγάλη και αποφασίζει να το βοηθήσει να βρει την οικογένειά του και την πίστη του μαζί και τη δική της.

Την ηλικιωμένη γυναίκα υποδύεται η Ιταλίδα σταρ, ενώ το παιδί ο πρωτοεμφανιζόμενος Ibrahima Gueye. Τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο γιος της, Edoardo Ponti ο δεύτερος που απόκτησε με τον σκηνοθέτη Carlo Ponti, με τον οποίο ήταν παντρεμένη από το 1966 μέχρι τον θάνατό του το 2007.

Το σενάριο του φιλμ συνυπογράφουν ο Ponti με τον Ugo Chiti, βασισμένοι στο μυθιστόρημα The Life Before Us του Romain Gary. Να σημειωθεί ότι το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1978 υπό τον τίτλο Madame Rosa κερδίζοντας το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στην ανεπανάληπτη γοητεία της, με αφορμή την κινηματογραφική της επιστροφή

Η ανεπανάληπτη γοητεία της Sophia Loren
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν
Σοφία Λόρεν

Γράφει: Χριστίνα Φαραζή esquire.com.gr

13 Νοεμβρίου 2015: Όταν ο τρόμος επισκέφθηκε το Παρίσι

13 Νοεμβρίου 2015: Όταν ο τρόμος επισκέφθηκε το Παρίσι…

Πέντε χρόνια από το βράδυ που το ISIS αιματοκύλησε τη γαλλική πρωτεύουσα. Κι όμως τα γεγονότα μοιάζουν ακόμα νωπά. Αλλάχ ακμπάρ. Οι φωνές που ακούστηκαν δεν ήταν προσευχές. Ήταν οι πολεμικές κραυγές τεσσάρων μαυροντυμένων ενόπλων. Μόλις είχαν μπει στο γνωστό rock venue του Παρισιού. Εκείνη την ώρα στη σκηνή του Bataclan έπαιζαν οι Eagles of Death Metal. Μερικές ώρες αργότερα τίποτα δε θα ήταν το ίδιο για τη γαλλική πρωτεύουσα, η groovy μουσική της αμερικάνικης μπάντας δεν θα ακουγόταν ποτέ πια με την ίδια χαλαρή διάθεση.

Το ISIS θα αναλάμβανε την ευθύνη για τις επιθέσεις με άγρια τιμή κι απαίσιο καμάρι

Την επομένη της αποφράδας 13ης Νοεμβρίου 2015, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Francois Hollande θα κήρυττε ανελέητο πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία. “Η επίθεση οργανώθηκε από το ISIS με τη χρήση εσωτερικής βοήθειας” κατηγορούσε γύρω στις 12 το μεσημέρι το πολεμοχαρές αυτό μόρφωμα. Λιγότερο από δύο ώρες αργότερα, θα ερχόταν η απάντηση του ισλαμικού κράτους: Με άγρια τιμή και απαίσιο καμάρι θα αναλάμβανε την ευθύνη για τις επιθέσεις στο κέντρο του Παρισιού. Θα επαινούσε τους στρατιώτες του κάνοντας λόγο για την “αρχή μίας καταιγίδας”.

Το χρονικό της τραγωδίας

13 Νοεμβρίου 2015: Όταν ο τρόμος επισκέφθηκε το Παρίσι

Ο τραγικός απολογισμός; 129 νεκροί με τους 90 από αυτούς να είναι θεατές στο Bataclan. Περισσότεροι από 200 τραυματίες, οι 80 εκ των οποίων σοβαρά. Εκατομμύρια κόσμου σε κατάσταση σοκ, πανικού και απόλυτου τρόμου. Οι Ισλαμιστές είχαν πετύχει τον σκοπό τους.

Η πρωτεύουσα της Γαλλίας είναι μία πολυπολιτισμική πόλη με τεράστια παράδοση στον τουρισμό. Στα περίχωρά του Παρισιού όμως, υπάρχει ο κόσμος των banlieue: Οι φτωχογειτονιές και τα γκέτο των απόκληρων μεταναστών, εκείνων των ανθρώπων που δεν έχουν καταφέρει να ενταχθούν στη γαλλική κοινωνία, εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές που ζουν χωρίς ελπίδα. Ο αποκλεισμός δημιουργεί μίσος, το μίσος εύκολα μεταμορφώνεται σε φανατισμό.


“Έριχναν με τα όπλα τους και πετούσαν χειροβομβίδες ενάντια στο κοινό” αναφέρουν οι ανατριχιαστικές αφηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων.


Μπορεί όμως οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος να δικαιολογήσει ή έστω να μην θορυβηθεί από τις φρικιαστικές επιθέσεις του Νοεμβρίου του 2015; Δυστυχώς, ναι. Μάλιστα δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα ισλαμιστής για να το κάνει τέσσερα χρόνια πριν, δεν ήταν λίγες οι (κάπως δειλές) φωνές στην Αθήνα που δήλωναν ότι δεν υπάρχει λόγος να τρομοκρατούμαστε από αυτό το συμβάν. Εμάς, έλεγαν, οι Ισλαμιστές δεν θα μας πειράξουν αφού φερόμαστε καλά στους Άραβες.

“Έριχναν με τα όπλα τους και πετούσαν χειροβομβίδες ενάντια στο κοινό” αναφέρουν οι ανατριχιαστικές αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων στους New York Times. Εκείνη όμως η λεπτομέρεια που σηκώνει την τρίχα, είναι τα όσα είπαν κάποιοι άλλοι στο CNN: Περιέγραψαν τους δράστες σαν ψυχρούς εκτελεστές, χωρίς κανένα οίκτο ή δεύτερες σκέψεις, οι οποίοι άνοιγαν πυρ λες και πυροβολούσαν χάρτινους στόχους και όχι ανθρώπους. Τελικά, μετά από πολύωρη μάχη με τη γαλλική αστυνομία, οι δράστες θα έπεφταν νεκροί. Είχαν προλάβει όμως να εκτελέσουν το δολοφονικό τους καθήκον και, ίσως, όπως οι ίδιοι θα πίστευαν, είχαν κερδίσει ένα εισιτήριο για τον παράδεισο του Ισλάμ.

Εκτός από τη σφαγή στο Bataclan σημειώθηκαν και άλλες επιθέσεις εκείνο το βράδυ, σε ένα καλά οργανωμένο σχέδιο: Επιθέσεις στις οδούς Bichat, Alibert και Rue de Charonne, όπως και εκρήξεις έξω από το Stade de France την ώρα που η εθνική ομάδα της Γαλλία αντιμετώπιζε την αντίστοιχη της Γερμανίας. Εκεί ξεκίνησαν όλα. Εκείνο όμως που θα έμενε σαν ματωμένη κηλίδα στο σώμα της γαλλικής πρωτεύουσας πέρα, φυσικά, από τον τραγικό απολογισμό των νεκρών ήταν το αποτύπωμα του τρόμου που θα πλανιόταν πάνω από την πόλη για μήνες.

Η επόμενη μέρα

Εφημερίδες Μπατακλάν

“Στον δρόμο δεν περπατούσε κανείς. Η ησυχία που επικρατούσε ήταν νεκρική. Το μόνο που την έσπαγε ήταν οι σειρήνες των περιπολικών κάθε τρία με τέσσερα λεπτά” θυμάται η Έλια Αλεξίου, δικηγόρος, που ζει και εργάζεται εδώ και χρόνια στο Παρίσι. “Εκείνο το βράδυ πολύς κόσμος που ήταν έξω φοβήθηκε να περπατήσει μέχρι το σπίτι του. Υπήρξαν άνθρωποι που άνοιξαν τα διαμερίσματά τους και φιλοξένησαν μέχρι και τριάντα ανθρώπους”.


“Υπήρχε οδηγία να μην καθόμαστε κοντά στα παράθυρα. Απέναντι από το Bataclan, είχε σκοτωθεί ένας άνθρωπος που καθόταν στο σαλόνι του από μία σφαίρα που εξοστρακίστηκε”


“Η νύχτα του Bataclan είναι οι σειρήνες που ουρλιάζουν μες στην πόλη, η έγνοια για τους αγαπημένους σου: που βρίσκονται, αν είναι καλά· είναι τα μηνύματα, τα τηλεφωνήματα, οι ειδοποιήσεις στο κινητό που χτυπάν όλο το βράδυ, από ανθρώπους που ήταν εκεί, λίγα μέτρα από το σπίτι σου, περιγράφοντας τη φρίκη· είναι ο φόβος, οι εφιάλτες, τα κλάματα και η συνειδητοποίηση ότι τα θύματα θα μπορούσαν να ήταν συγγενείς, οικογένεια, φίλοι ή ακόμα και ο σύντροφός σου. Είναι η επόμενη μέρα· η ανάγκη να αντισταθείς στον πειρασμό του να μην βγεις έξω, του να μείνεις εγκλωβισμένος και φοβισμένος όλη την ώρα” περιγράφει με σχεδόν πυρετικό τρόπο στο email που μας έστειλε η Alexandrine, κάτοικος του Παρισιού, και στην ερώτησή μας τι σημαίνει εκείνο το βράδυ για έναν Παριζιάνο.

Τι όμως συνέβη τις επόμενες μέρες; “Άκουσα στις ειδήσεις πώς είχαν φωταγωγήσει τον Πύργο του Άιφελ στα χρώματα της γαλλικής σημαίας. Αποφάσισα να ξεκινήσω για να το δω από κοντά. Αφού περπάτησα λίγα μέτρα το μόνο που συνάντησα ήταν πέντε πάνοπλοι αστυνομικοί με το δάχτυλο στην σκανδάλη. Δεν υπήρχε κανένας άλλος έξω. Έτσι αποφάσισα να γυρίσω στο διαμέρισμά μου” περιγράφει αναφορικά με την Κυριακή 15 Νοεμβρίου, δύο ημέρες μετά τα τραγικά γεγονότα, η Έλια Αλεξίου.

Μπατακλάν Παρίσι 13ης Νοέμβρη

“Υπήρχε σαφής οδηγία να μην καθόμαστε κοντά στα παράθυρα. Απέναντι από το Bataclan, είχε σκοτωθεί ένας άνθρωπος που απλά καθόταν στο σαλόνι του από μία σφαίρα που μάλλον εξοστρακίστηκε” συμπληρώνει, δίνοντας μία καθαρή εικόνα για την κατάσταση πολιορκίας στην οποία βρέθηκε η Πόλη τους Φωτός. “Τις επόμενες ημέρες ο οποιοσδήποτε θόρυβος προκαλούσε πανικό. Άνθρωποι παρατούσαν τα τσιγάρα τους, τους καφέδες τους, τα πράγματά τους και έτρεχαν πανικόβλητοι προς κάθε κατεύθυνση”.

Παρίσι επιθέσεις

Πόσο καιρό όμως κράτησε, τελικά, αυτό το κλίμα τρόμου; “Ακόμα και σήμερα όταν ο συρμός του μετρό αργεί, το μυαλό μας πηγαίνει πρώτα στο “κακό” και μετά έρχεται η λογική σκέψη ότι μπορεί απλά να υπάρχει κάποια βλάβη. Αυτό το συναίσθημα ήταν πολύ έντονο τους πρώτους μήνες”.

Οι φρικιαστικές επιθέσεις έγιναν ενάντια σε όλα όσα μισεί βαθιά ο ακραίος ισλαμισμός

Πέντε χρόνια μετά τα τραγικά συμβάντα των επιθέσεων στο Παρίσι, τα γεγονότα μοιάζουν ακόμα νωπά. Ίσως, επειδή έγιναν σε μία ευρωπαϊκή πόλη. Ίσως, επειδή οι άνθρωποι που δολοφονήθηκαν ήταν πραγματικά αθώοι. Ίσως, επειδή ήταν, κατά κύριο λόγο, νεαρά παιδιά που σύχναζαν σε έναν rock συναυλιακό χώρο. Δεν ήταν κάποιοι υπερσυντηρητικοί στρατιωτικοί που είχαν οργανώσει πογκρόμ εναντίον Αράβων μεταναστών ή πολιτικά πρόσωπα που είχαν λάβει αποφάσεις ενάντια στα όσα πρεσβεύει ο ISIS – όχι, φυσικά, ότι τότε η δολοφονία τους θα ήταν δικαιολογημένη.

παρισι μπατακλαν

Οι φρικιαστικές επιθέσεις της 13ης Νοέμβρη του 2015 έγιναν ενάντια σε όλα όσα μισεί βαθιά ο ακραίος ισλαμισμός: Το πνεύμα ελευθερίας, τη νεολαία που φλερτάρει, τους πιτσιρικάδες που πίνουν αλκοόλ, τη μουσική που ταρακουνά το μυαλό των εφήβων και τους κάνει να σκέφτονται μακριά από πατροπαράδοτες φόρμες. Όλα όσα δηλαδή απομακρύνουν τους ανθρώπους από το να είναι έρμαια ενός τυφλού θρησκευτικού φανατισμού. 

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας esquire.com.gr

Η πραγματική ιστορία πίσω από το Τέρας του Λοχ Νες

Η πραγματική ιστορία πίσω από το Τέρας του Λοχ Νες. Ο πιο διάσημος κάτοικος της Σκωτίας είναι ένα από τα πιο παλιά fake news του πλανήτη…

Μία σκοτεινή, πελώρια φιγούρα αναδύεται μέσα από τα παγωμένα νερά μίας σκωτσέζικης λίμνης. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι γνώστης του φολκλόρ και των μύθων του βρετανικού βορρά για να αναγνωρίσει την εικόνα. Το Τέρας του Λοχ Νες είναι ο ίσως πιο διάσημος κάτοικος της Σκωτίας και (μετά το ουίσκι) το πιο δυνατό εξαγώγιμο προϊόν της. Πότε, όμως, ξεκίνησε όλη αυτή η τρέλα με το θαλάσσιο ερπετό που καταφέρνει μέχρι σήμερα να διαφεύγει από το αδιάκριτο βλέμμα της επιστήμης;

Ο μύθος του τέρατος χάνεται στα βάθη του χρόνου φτάνοντας μέχρι και τους πρώτους αιώνες μετά τη γέννηση του Χριστού. Η πρώτη όμως φορά που απασχόλησε τον σύγχρονο κόσμο ήταν στις 12 Νοεμβρίου του 1933, όταν και ο Hugh Gray παρουσίασε μία μάλλον θολή φωτογραφία που απεικονίζει ένα περίεργο σχήμα στην επιφάνεια μίας λίμνης.

Η πραγματική ιστορία πίσω από το Τέρας του Λοχ Νες

Λίγο καιρό πριν είχαν γίνει κάποιες αναφορές στις αρχές της περιοχής για ένα παράξενο και πελώριο πλάσμα στη Λίμνη Νες (σ.σ: Loch θα πει λίμνη). Εκείνη η φωτογραφία, όμως, που έμελλε να μείνει θρυλική ήρθε λίγους μήνες αργότερα το 1934: Ο Robert Kenneth Wilson πάτησε το κουμπί της φωτογραφικής του μηχανής, η Daily Mail δημοσίευσε το περιβόητο κλικ και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

τέρας Λοχ Νες

Από τότε μέχρι σήμερα, δεν έχει περάσει ούτε μία χρονιά (σ.σ.: το 2017 κρατά το ρεκόρ) όπου να μην έχουν καταγραφεί δηλώσεις ανθρώπων ότι είδαν -ή φωτογράφισαν το τέρας σε κάποια από τις σπάνιες του εμφανίσεις πάνω από την επιφάνεια του νερού. Είναι άραγε κάποιο μεταφυσικό πλάσμα; Ένας είδος δεινοσαύρου που κατάφερε να επιβιώσει κρυμμένο από τα αδιάκριτα βλέμματα ή μήπως είναι κάποιο μυστικό στρατιωτικό πείραμα; Οι συνωμοσίες που έχουν υφανθεί γύρω από τον Nessie, όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούν οι Σκωτσέζοι, είναι πολλές.

Μάλιστα, ακόμη και η βρετανική κυβέρνηση, την περίοδο της Margaret Thatcher, είχε εγκρίνει κονδύλια για να διερευνήσει το θέμα σε βάθος. Κάτι που αντίστοιχα έκανε και το BBC το 2003 χρησιμοποιώντας το Google Earth. Το σίγουρο είναι ότι το Τέρας του Λοχ Νες έχει γίνει ένα σύμβολο, μία τουριστική ατραξιόν κι ένα πολύ καλό έσοδο για όσους πουλούν memorabilia με το όνομά του.

κουκλάκια Λοχ Νες

Ευτυχώς ή δυστυχώς είναι δεδομένο ότι όλο αυτό αποτελεί ένα πανέξυπνο hoax που πια κλείνει πολλές δεκαετίες ζωής. Η διάσημη φωτογραφία του Wilson δεν είναι τίποτα άλλο από προϊόν φωτομοντάζ, όπως παραδέχθηκε το 1994 ο Christian Spurling ο άνθρωπος, δηλαδή, που έκανε το μοντάζ χρησιμοποιώντας ένα παιδικό παιχνίδι σε σχήμα υποβρύχιου κι ένα φίδι. Απλά, όπως δυστυχώς συμβαίνει πολλές φορές και στους διαδρόμους της δημοσιογραφίας, το ρητό “μην αφήνεις ποτέ την αλήθεια να σου χαλά μία ωραία ιστορία” βρίσκει πολλούς μιμητές μέσα από τον χρόνο αλλά και από κάθε γωνιά της Γης.

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας esquire.com.gr

Χάτσικο: Ο σκύλος που έγινε σύμβολο της απόλυτης αφοσίωσης

Χάτσικο: Ο σκύλος που έγινε σύμβολο της απόλυτης αφοσίωσης…

Η ιστορία του σκύλου στην Ιαπωνία του 1920 και το πως η αυταπάρνησή του πέρασε στη σφαίρα του μύθου. Πόσες φορές έχεις διαβάσει στο ίντερνετ, τα τελευταία χρόνια, κάποια είδηση που στον τίτλο της έχει τη λέξη “Χάτσικο”; Το φαινόμενο είναι συχνό, η διαδικτυακή ειδησεογραφία αγαπά πολύ τις ιστορίες με σκυλάκια, γατάκια και, γενικά, κατοικίδια. Γίνονται εύκολα viral. Όταν, λοιπόν, εμφανίζεται κάποιο οικόσιτο ζώο που επιδεικνύει παροιμιώδη καρτερικότητα η σύνδεση είναι εύκολη, αβίαστη, άμεση, αγκαλιάζεται από το κοινό και φέρνει βροχή από likes.

Ο Χάτσικο δεν σταμάτησε να περιμένει το αφεντικό του για χρόνια ολόκληρα στο ίδιο σημείο

Μήπως “Χάτσικο” θα πει πιστός σύντροφος στην ιαπωνική γλώσσα; Τα διαδικτυακά λεξικά μας διορθώνουν, η λέξη έχει πολύ πιο “ευγενική” ετυμολογία: όγδοος ευοίωνος πρίγκιπας είναι η ακριβής μετάφραση. Αν όμως το καλοσκεφτεί κανείς, τελικά, σήμερα πια η λέξη έχει αλλάξει σημασία. Έχει φτάσει να εννοεί την απόλυτη αφοσίωση και συγκινητική αυταπάρνηση που δείχνουν τα σκυλιά προς το πρόσωπο του αφεντικού τους. Κάτι που οφείλουμε σε μία παλιά ιστορία, που διαδραματίστηκε αρκετές δεκαετίες πριν, τη δεκαετία του ’20 στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.

Ένα αληθινό παραμύθι

Ο  Hidesaburō Ueno εκτελούσε το ίδιο πρόγραμμα με ευλαβική συνέπεια κάθε πρωί. Ο 43χρονος καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Τόκιο δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τις συναναστροφές. Σπίτι, δουλειά, δουλειά, σπίτι. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που παραφράζοντας τα λόγια του ποιητή Κ.Π. Καβάφη δεν ήθελε πολλές κινήσεις, πολλές συζητήσεις, η πολύ συνάφεια του κόσμου τον ενοχλούσε. Εκείνος είχε βρει έναν μικρό, σιωπηλό σύντροφο που τον ακολουθούσε παντού.

Χάτσικο: Ο σκύλος που έγινε σύμβολο της απόλυτης αφοσίωσης

Έναν περίπου χρόνο πριν, τον Ιανουάριο του 1924, υιοθέτησε ένα μικροσκοπικό, λευκό κουτάβι ράτσας Ακίτα γεννημένο στις 10 Νοεμβρίου του 1923. Μέσα σε λίγο καιρό έγιναν αχώριστοι: ο Χάτσικο ακολουθούσε κατά γράμμα το πρόγραμμα του κυρίου του λες κι ήταν στρατιώτης σε υπηρεσία. Καθημερινά περπατούσαν μαζί μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό, ο Ueno έμπαινε στο τρένο αφού πρώτα χαιρετούσε το κατοικίδιό του, κι ο μεγαλόσωμος σκύλος πήγαινε πίσω στο σπίτι, μόνο και μόνο για να γυρίσει το απόγευμα στον σταθμό, περιμένοντας το αφεντικό του να κατέβει από το βαγόνι.

Αν η ιστορία σταματούσε εδώ δε θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σίγουρα δε θα διακρινόταν για την σπανιότητά της. Τον Μάιο του 1925 όμως έγινε κάτι που άλλαξε την ιστορία του Χάτσικο για πάντα: ο κ. Καθηγητής μπήκε στο βαγόνι, πήγε στο Πανεπιστήμιο, δεν γύρισε όμως ποτέ στον σταθμό του τρένου, αφού άφησε την τελευταία του πνοή κατά τη διάρκεια μίας διάλεξης. Ο πιστός του σύντροφος τον θα τον περίμενε στη γνωστή θέση όπως πάντα. Κάτι που έκανε και την επόμενη μέρα. Κάτι που επανέλαβε και την παρεπόμενη. Κάτι που έμελλε να τον μετατρέψει από ένα απλό κατοικίδιο σε θρύλο: ο Χάτσικο δεν σταμάτησε να πηγαίνει στο ίδιο σημείο, και να περιμένει το αφεντικό του για χρόνια ολόκληρα, μέχρι την στιγμή που κι εκείνος θα έφευγε από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Η διεθνής αναγνώριση

“Κι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου, αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια περασμένα, τον Οδυσσέα”. Οι στίχοι του Ομήρου, γραμμένοι πολλούς αιώνες πριν, μιλούν για την αφοσίωση ενός μυθικού σκυλιού στον μυθικό ήρωά. Αυτό που έμοιαζε με ανθρώπινη φαντασία για χιλιάδες χρόνια έγινε πραγματικότητα από έναν σκύλο, ράτσας Ακίτα, στην Ιαπωνία του ’20.

Χάτσικο 2

Μάλιστα η έρευνα ενός μαθητή του Hidesaburō Ueno, ο οποίος ασχολήθηκε με την ιδιαίτερη περίπτωση του Χάτσικο, θα εκτόξευε τη φήμη του στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Σε λίγα καιρό όλη η Ιαπωνία μιλούσε για αυτόν ακόμα και οι καθηγητές τον χρησιμοποιούσαν ως σύμβολο για να διδάξουν τους μαθητές τους. Ο συγκεκριμένος σκύλος είχε επιδείξει χαρακτηριστικά που μόνο οι Σαμουράι συνήθιζαν, στοιχεία πολύ αγαπητά στον λαό της Άπω Ανατολής: απόλυτη αυταπάρνηση και πίστη στο καθήκον. 

Σήμερα, 83 χρόνια μετά, το όνομά του έχει γίνει ένα σύμβολο στην pop κουλτούρα

Όταν κάποια χρόνια αργότερα, το 1935, ο Χάτσικο θα άφηνε την τελευταία του πνοή, ο μύθος του θα άρχιζε να ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο. Στον ενδιάμεσο οι συμπατριώτες του φρόντισαν να του αποτίσουν τον ελάχιστο φόρο τιμής με τη μορφή ενός αγάλματος στην είσοδο του σταθμού Shibuya· ένα σημείο που στις μέρες μας αποτελεί ένα από τα πιο πολυσύχναστα σταυροδρόμια του πλανήτη, με περισσότερους από 2,5 εκ. ανθρώπους να ρίχνουν ένα βλέμμα στο μνημείο καθημερινά.

Σήμερα, 84 χρόνια μετά, από το Futurama μέχρι τα ιαπωνικά anime κι από την ομώνυμη ταινία του 2009 με τον Richard Geere έως τα video games, το όνομά του έχει γίνει σύμβολο στην pop κουλτούρα. Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι το γεγονός ότι το όνομά που του δόθηκε για να περιγράψει την αρχοντική του εμφάνιση μετατράπηκε σε κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: στο μήνυμα της ιστορίας του, ένα αληθινό παραμύθι που μιλά για αφοσίωση και, τελικά, βαθιά και χωρίς όρους αγάπη.  

Γράφει: Γιώργος Ρομπόλας esquire.com.gr

«Ήταν η αδερφή ψυχή μου»: Ο τραγικός λόγος που η Όντρεϊ Χέπμπορν αρνήθηκε να υποδυθεί την Άννα Φρανκ

«Ήταν η αδερφή ψυχή μου»: Ο τραγικός λόγος που η Όντρεϊ Χέπμπορν αρνήθηκε να υποδυθεί την Άννα Φρανκ…

Η Χέπμπορν, που είχε λάβει μέρος στην ολλανδική Αντίσταση κατά των Γερμανών, μοιραζόταν κάποιες ανατριχιαστικές ομοιότητες με την Εβραιοπούλα.

Όλοι τη γνωρίζουμε για τους εμβληματικούς ρόλους της σε ταινίες όπως «Ωραία μου Κυρία» και «Πρόγευμα στο Τίφανις». Όμως μια βιογραφία του συγγραφέα Robert Matzen, «Dutch Girl: Audrey Hepburn and World War II», ήρθε να φωτίσει το λιγότερο γνωστό παρελθόν της Όντρεϊ Χέπμπορν, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,  καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία της ζωής της, καθώς και την ιδιαίτερη σχέση της με την Άννα Φρανκ, που αποκαλούσε «αδερφή ψυχή».

Η Χέπμπορν, που διέφυγε, όπως και η Φρανκ, με την οικογένειά της στην Ολλανδία σε μια προσπάθεια να δραπετεύσουν από τους Ναζί, έζησε την εκτέλεση του θείου της και τον εκτοπισμό του ετεροθαλούς αδερφού της σε στρατόπεδο εργασίας. Ο Matzen ισχυρίζεται ότι η ίδια είχε υποστηρίξει την Αντίσταση χορεύοντας σε «μυστικές εκδηλώσεις» που γίνονταν για τη συγκέντρωση χρημάτων, παραδίδοντας μυστικά εφημερίδες, μεταφέροντας μηνύματα και φαγητό σε πιλότους του συμμαχικού στρατού που κρύβονταν στα δάση. 

Το «Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ» έπεσε στα χέρια της τυχαία, το 1946. «Δεν ήξερα τι θα διαβάσω» θυμόταν η ηθοποιός αργότερα. «Μετά από αυτό, δεν θα ήμουν ποτέ ξανά η ίδια».

Όπως ανακάλυψε κατά την ανάγνωση του βιβλίου, η Άννα Φρανκ ήταν συνομήλική της. Με την οικογένειά της είχε δραπετεύσει, μετά την άνοδο του Χίτλερ, από τη Γερμανία στο Άμστερνταμ όπου, όταν η αδερφή της Άννα κλήθηκε να παρουσιαστεί στους Ναζί, κρύφτηκαν όλοι μαζί σε ένα σπίτι, όπου εκτυλίσσεται η αφήγηση. Την περίοδο που διάβασε το «Ημερολόγιο» η Χέπμπορν ήταν και η ίδια κάτοικος του Άμστερνταμ και τη συνεπήρε τόσο η ιστορία, που έσπευσε στη διεύθυνση που φιλοξένησε τις τελευταίες μέρες των Φρανκ και τη συγγραφή του θρυλικού ντοκουμέντου.

Δεν ήταν μόνο η δυνατή πένα της Φρανκ, αλλά και οι ομοιότητές της με τη Χέπμπορν που σημάδεψαν τη σταρ. Είχαν γεννηθεί με έξι εβδομάδες διαφορά: η Όντρεϊ στις 4 Μαΐου του 1929, η Άννα στις 12 Ιουνίου του ίδιου χρόνου. Ήταν δύο μελαχρινά κορίτσια που ζούσαν στην Ολλανδία αλλά είχαν προέλθει από άλλες χώρες (η Χέπμπορν είχε γεννηθεί στις Βρυξέλλες). Επιπλέον, κάποια αποσπάσματα του βιβλίου ταυτίζονταν με μερικές από τις πιο τραγικές οικογενειακές αναμνήσεις της Χέπμπορν. Όπως είπε η τελευταία σε έναν δημοσιογράφο: «Αν διαβάσεις το ημερολόγιο, έχω υπογραμμίσει ένα σημείο όπου λέει η Φρανκ: Σήμερα εκτελέστηκαν πέντε όμηροι. Εκείνη τη μέρα είχε εκτελεστεί ο θείος μου. Οι λέξεις εκείνου του παιδιού, που διάβαζα, περιέγραφαν ό,τι υπήρχε μέσα μου. Λειτούργησαν σαν κάθαρση για μένα. Αυτό το παιδί, που κλειδώθηκε στους τέσσερις τοίχους, είχε γράψει μια πλήρη αναφορά όλων όσων έζησα και ένιωσα». 

«Αν διαβάσεις το ημερολόγιο, έχω υπογραμμίσει ένα σημείο όπου λέει η Φρανκ: Σήμερα εκτελέστηκαν πέντε όμηροι. Εκείνη τη μέρα είχε εκτελεστεί ο θείος μου»

Η οικογένεια της Άννα ανακαλύφθηκε από την Γκεστάπο τρεις μέρες μετά την τελευταία καταχώρηση στο ημερολόγιό της ( Αυγούστου 1944) και μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς. Μόνο ο πατέρας, Ότο, επιβίωσε μέχρι το τέλος του πολέμου.

Το 1958 ο Τζορτζ Στίβενς πρόσφερε στη Χέπμπορν το ρόλο της Εβραιοπούλας στην κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου από την Twentieth Century Fox. Η ηθοποιός, τότε ανάμεσα στους πιο περιζήτητους σταρ της εποχής, ξαναδιάβασε το βιβλίο προτού απαντήσει: «Με διέλυσε τόσο, που δεν μπορούσα να το διαχειριστώ» είπε. «Νιώθω σαν να συνέβησαν όλα αυτά στην αδερφή μου. Δεν μπορούσα να παίξω σε μια ταινία για τη ζωή της αδερφής μου. Όλα μού φαίνονται πολύ κοντινά, κατά κάποιον τρόπο ήταν η αδερφή ψυχή μου».

Αρνήθηκε λοιπόν τον ρόλο, δέχτηκε όμως να συναντήσει τον Ότο Φρανκ, όταν πλέον ζούσε με τη δεύτερη γυναίκα του στην Ελβετία (ήταν αυτός που είχε σώσει το ημερολόγιο και που, υπερνικώντας το πένθος του, είχε αγωνιστεί για να το εκδώσει). Στη συνάντησή τους γνώρισε έναν όμορφο, δυναμικό άντρα που φαινόταν να έχει περάσει «διά πυρός και σιδήρου». Παρόλο που ο Ότο Φρανκ την κοίταξε στα μάτια και σχεδόν την εκλιπάρησε να ερμηνεύσει την κόρη του, η Χέπμπορν δεν είχε άλλη επιλογή παρά να του απαντήσει, από τα βάθη της ψυχής της: «Δεν μπορώ».

Αναΐς Παρίση www.womantoc.gr

To Μονοπάτι των Χίπηδων και το Magic Bus…

Στην δεκαετία του ’70 είχα έναν φίλο, μεγαλύτερο από εμένα, ο οποίος πήρε κάνα δυο φορές το Μagic Βus και ταξίδεψε στην Ελλάδα από την Αγγλία. Το ταξίδι κρατούσε τρεισήμισι μέρες, κόστιζε 25 λίρες και περνούσε μέσα από Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία, έκανε μια στάση Θεσσαλονίκη και τερμάτιζε Αθήνα. Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ήταν φοιτητής στην Αγγλία και το εισιτήριο του ερχόταν φθηνότερα ή επειδή ήθελε απλά να γνωρίζει κοπέλες, αλλά φαντάζομαι πως ήταν μεγάλη ταλαιπωρία…

Μου είχε πει ότι το λεωφορείο έφευγε μια συγκεκριμένη ώρα την Τρίτη από την οδό Φιλελλήνων, στην Αθήνα, απέναντι από την Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου και ότι στο πίσω μέρος κοιμόντουσαν οι οδηγοί, οι οποίοι ήταν και μηχανικοί για την περίπτωση βλάβης.

Νομίζω ότι θυμάμαι μια τζαμαρία που έγραφε «Magic Bus», εκεί που βρίσκεται ακόμα η στάση του λεωφορείου, δίπλα στην είσοδο για την Πλάκα. Έλεγε ότι υπήρχε κάποια σύνδεση με την Ινδία και μπορούσες να συνεχίσεις ως εκεί, αλλά ποτέ δεν έμαθα πώς γινόταν αυτό…


Σύμφωνα με τον Rory MacLean, τον συγγραφέα του βιβλίου Magic Bus: On the Hippie Trail from Istanbul to India, το πρώτο γνωστό λεωφορείο είχε μεταφέρει ένα γκρουπ Γάλλων τουριστών από το Παρίσι στην Βομβάη το 1956. Ανάμεσα στους δεκαέξι επιβάτες βρίσκονταν δύο γνωστές Γαλλίδες ηθοποιοί, ενώ χρειάστηκαν δύο μήνες για να ολοκληρωθεί το ταξίδι των 14.000 χιλιομέτρων.
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το On The Road του Jack Kerouac, άρχισα να μπαίνω στο νόημα της γοητείας ενός τέτοιου ταξιδιού που το έκανε αδύνατο η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, όπως και οι μετέπειτα εξελίξεις στο Ιράν και στις υπόλοιπες χώρες.

Ξεκινώντας το ταξίδι…

Όμως ο Kerouac δεν έκανε μόνο εμένα να ονειρεύομαι τα ταξίδια, είτε με ωτοστόπ είτε με οτιδήποτε άλλο. Τις τελευταίες μέρες διάβαζα να ξεφυτρώνει συνέχεια μπροστά μου ένα άρθρο σχετικά με το «Μονοπάτι των Χίπηδων» και τελικά μου κίνησε το ενδιαφέρον. Ήταν ένα κείμενο που έγραψε στις 9 Αυγούστου 2019 ο Mitchell Friedman για το Agenda, μια ηλεκτρονική έκδοση των (άγνωστων σε εμένα) ξενοδοχείων Tablet. Θα το χρησιμοποιήσω λοιπόν σαν βάση, αλλά θα προσθέσω αποσπάσματα από άλλα κείμενα που θα βοηθήσουν να πραγματοποιήσω ένα ταξίδι σε εκείνους τους δρόμους που ακολούθησαν πολλοί νεαροί, επηρεασμένοι από τον Kerouac, και την beat γενιά γενικότερα.

Αρχικά φανταστείτε έναν έφηβο που αποφασίζει να ταξιδέψει με ωτοστόπ από το Λονδίνο στην Καμπούλ. Τώρα φανταστείτε «εκατοντάδες χιλιάδες άλλους σαν κι αυτόν να ξεκινούν κι από τις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού, για να φτάσουν μέσω Ευρώπης στην Ινδία, το Νεπάλ και ακόμα πάρα πέρα. Ταυτόχρονα, μερικοί Αυστραλοί ταξιδιώτες ταξίδεψαν στον ίδιο προορισμό διασχίζοντας την νοτιοανατολική Ασία. Από τη Δυτική Ευρώπη ο δρόμος περνούσε μέσα από τη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα (με μια στάση στα Μάταλα, ίσως;) ή τη Βουλγαρία, την Τουρκία, το Ιράν, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, την Ινδία και το Νεπάλ. Προτιμότερο μεταφορικό μέσο ήταν το βανάκι της Wolkswagen, ενώ άλλοι έκαναν ωτοστόπ ή έπαιρναν το τραίνο. Στη διαδρομή υπήρχαν επίσης εξειδικευμένες πανσιόν για τους ταξιδευτές», αναφέρει ο Hans Roodenburg στο website του On the Hippie Trail.


Σήμερα όλο αυτό μπορεί να ακούγεται τολμηρό, άγριο ή τρελό αλλά το 1969 συνέβαινε με εκπληκτική συχνότητα σε μια διαδρομή γνωστή ως «Μονοπάτι των Χίπηδων» κι αυτό με έκανε να πιστεύω ότι αντί ο κόσμος να πηγαίνει μπροστά πήγαινε πίσω…

Τα ταξίδια που πραγματοποιούσαν οι χίπηδες στην Ανατολή είναι η εύθυμη εκδοχή απέναντι στα βίαια ταξίδια που πραγματοποιούσαν οι συνομήλικοί τους στο Βιετνάμ – και σήμερα αντιπροσωπεύουν μια τραγική εναλλακτική ιστορία των χωρών που κάποτε επισκέπτονταν αλλά σήμερα σπαράσσονται από πολέμους. Τονίζουν με αυτό τον τρόπο πόσο γοητευτικές είναι αυτές οι περιοχές και πώς θα μπορούσαν να προσελκύσουν ξανά τουρίστες από όλο τον κόσμο προκειμένου να αποκατασταθεί η παγκόσμια εκτίμηση για τον πολιτισμό τους.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 έως και τη δεκαετία του ’70, οι νέοι έπαιρναν μαζικά τους δρόμους για να επισκεφθούν μέρη, τα οποία σήμερα θεωρούνται από τα πιο επικίνδυνα του πλανήτη.

Στην εποχή του όμως το συγκεριμένο Μονοπάτι, όπως άλλωστε και το ίδιο το κίνημα των χίπηδων, αποτελούσε μια μορφή εξέγερσης ενάντια στην αυστηρή κομφορμιστική κουλτούρα που επέβαλε η μεγαλύτερη γενιά. Αν οι γονείς τους πετούσαν με τζετ για το Παρίσι και τη Ρώμη, εκείνοι ταξίδευαν με ένα πολύχρωμο βανάκι Volkswagen στην Τεχεράνη και στο Κατμαντού.

Ειδάλλως, αυτό που χρειαζόταν ήταν να φτάσεις με κάποιο τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Το μέρος για να βρεις συντρόφους ή να ζητήσεις πληροφορίες και συμβουλές για το πού να πας, ήταν το Pudding Shop, ένα καφέ κοντά στο Μπλε Τζαμί, ιδιοκτησία των αδελφών Idris και Namak Colpan.

Οι πρώτοι διδάξαντες…

Οι πρώτες ιδέες για το μονοπάτι μπορούν να εντοπιστούν πίσω, στους beatniks. Ο Jack Kerouac και ο William Burroughs θεωρούνται μερικές φορές η πρώτη πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς τους που ταξίδευαν στο Μαρόκο, όπως έκαναν κι εκείνοι στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Jack Kerouac, William S. Burroughs, Allen Ginsberg, Peter Orlovsky, Tennessee Williams, Truman Capote, όλοι αυτοί ταξίδεψαν μέχρι την Ταγγέρη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Πολλοί από αυτούς έφτασαν εκεί προκειμένου να συναντήσουν τον Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό Paul Bowles, ο οποίος έζησε στην πόλη αυτή για 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.

Ο πρώτος που μετακόμισε εκεί ήταν ο Burroughs, ο οποίος νοίκιασε ένα δωμάτιο, επηρεασμένος από τον Bowles. Τον Νοέμβριο του 1954, επέστρεψε στην Ταγγέρη, έπειτα από ένα τραγικό ατύχημα στη διάρκεια του οποίου είχε πυροβολήσει και σκοτώσει κατά λάθος τη γυναίκα του στο Μεξικό καθώς έπαιζαν μεθυσμένοι ένα παιχνίδι.
Στην Ταγγέρη ο Burroughs δούλεψε για τέσσερα χρόνια το βιβλίο του Γυμνό Γεύμα και το 1957 κατέφθασε εκεί ο Kerouac με σκοπό να τον βοηθήσει να γράψει κάποια χειρόγραφα, αλλά τελικά έμεινε μόνο για έναν μήνα. Στις 22 Μαρτίου του 1957 τους ακολούθησαν και ο Αμερικανός ποιητής και ηθοποιός Peter Orlovsky, παρέα με τον Irwin Allen Ginsberg. Ο Burroughs με τον Kerouac τους υποδέχτηκαν στο λιμάνι.

Bowles, Gregory Corso, Burroughs στην Ταγγέρη


Η φήμη της Ταγγέρης ως πόλη έμπνευσης έφτασε και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Brion Gysin, ένας Βρετανός ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής που μετακόμισε εκεί το 1950 για να ανοίξει με τον Mohamed Hamri ένα εστιατόριο που ονομαζόταν «Χίλιες και μία Νύχτες» και όπου έπαιζαν μουσική οι Βερβέροι Σούφι, Master Musicians of Jajouka, από το χωριό Jajouka. Με αυτούς έπαιξε αργότερα ο Brian Jones των Rolling Stones στο άλμπουμ Brian Jones Plays With The Pipes Of Pan At Joujouka που κυκλοφόρησε το 1971, μετά τον θάνατο του Βρετανού κιθαρίστα.

Ο Geoff Dyer είναι ο συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου Yoga for People Who Can’t Βe Bothered to Do It και το 1983 είχε ένα ατυχές περιστατικό με κάποιες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στο Μαρόκο. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα επέστρεψε στη βορειοαφρικανική χώρα για να βρει τι είχε απομείνει εκεί από τους χίπηδες, να αντιμετωπίσει τη δυσάρεστη εμπειρία του και να περιγράψει στην εφημερίδα Guardian τι είχε ανακαλύψει…

«Ως επιμελής ρεπόρτερ έψαχνα για σημάδια εναπομείναντος χιπισμού. Δεν υπήρχαν. Ή τουλάχιστον υπήρχαν κάτι λίγα, όπως ο τύπος με το σακίδιο στην πλάτη στο Cafe des Epices στο Place Rahba Qedima, που διάβαζε το Hideous Kinky (στα ελληνικά, Ο Έρωτας Ταξιδεύει στο Μαρόκο, εκδόσεις Λιβάνης, μια αυτοβιογραφική νουβέλα της Esther Freud, δισέγγονης του Sigmund Freud και κόρης του Βρετανού ζωγράφου Lucian Freud). Υπήρχαν παντού λεπτομέρειες που είχαν γίνει κομμάτι της καθημερινής ζωής: κεριά, θυμιάματα, κοσμήματα, χάντρες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Στην Ινδία, ιδίως στη Goa, μπορεί ακόμα κάποιος να συναντήσει πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που πήγαν εκεί στην δεκαετία του ’70 και έμειναν κάνοντας γιόγκα, διαλογισμό και άλλα τέτοια, αόριστα ανατολικά. (Έγιναν οι παπούδες της psy trance σκηνής των 90ς). Αυτά τα άτομα απουσίαζαν από το Μαρακές. Για να καταλάβουμε τι απέγινε η μαγεία στο Μαρόκο, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι, στους νονούς της χίπικης σκηνής, στους Ginsberg, Burroughs και Kerouac, τους Beats, που έφτασαν εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1950».

Στη δεκαετία του ’60, καθώς οι beatniks έδωσαν τη θέση τους στους χίπηδες, η αυξανόμενη δημοτικότητα του Βουδισμού και του Ινδουισμού έστρεψε το μονοπάτι προς τα ανατολικά. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν το επιβλητικό ταξίδι των Beatles στην Ινδία προκειμένου να επισκεφθούν τον γκουρού Maharishi Mahesh Yogi.
Ο Christian Caryl στο άρθρο του «Όταν το Αφγανιστάν ήταν απλά μια στάση στο Μονοπάτι των Χίπηδων» αναφέρει:

«Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε το Αφγανιστάν ως έναν τόπο που τον στοιχειώνει ένας αιώνιος πόλεμος, μια ατέρμονα αιμορραγική πληγή στο παγκόσμιο πολιτικό σώμα. Αυτό που παραβλέπουμε είναι ότι η συγκεκριμένη εικόνα της χώρας είναι μια πρόσφατη εφεύρεση που έχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της. Στη δεκαετία του 1970, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, η κοινή άποψη για το Αφγανιστάν ήταν απόλυτα διαφορετική ήταν περισσότερο κάτι σαν το Μπαλί ή το Μπουτάν παρά ένα γεωπολιτικό πρόβλημα. Αυτά ήταν τα χρόνια του Μονοπατιού των Χίπηδων, όταν οι αυτοαποκαλούμενοι “ταξιδιώτες του κόσμου” συσσωρεύονταν σε μεταχειρισμένα βανάκια Volkswagen και ξεκινούσαν για μια διαδρομή εσωτερικής ανακάλυψης που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στο Κατμαντού.

Το Αφγανιστάν δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού, αλλά ήταν σίγουρα ψηλά στις προτιμήσεις. “Η Herat [στα σύνορα με το Ιράν] ήταν ο πρώτος πραγματικός προορισμός στο Μονοπάτι των Χίπηδων», θυμάται ένας ταξιδιώτης. «Η παράνοια του καταπιεστικού ελέγχου στην Τουρκία και στο Ιράν έμενε πίσω για μια πιο άγρια αλλά φιλόξενη κατάσταση αναρχίας”. Οι Αφγανοί έδειχναν να αγαπούν τους ξένους. Μπορούσες πάντα να βρεις κάποιον που θα διέθετε κάμποσο από τον χρόνο του για μια φιλική συνομιλία ή για μια από κοινού δειγματοληψία ενός πολύ καλής ποιότητας τοπικού χασίς. Όλοι φαίνονταν να το καπνίζουν. Και οι τιμές ήταν τόσο χαμηλές που δεν παλεύονταν. Εντάξει, αυτό φυσικά ήταν αποτέλεσμα της τοπικής κοινωνικής εξαθλίωσης. Σίγουρα η καλύτερη θεραπεία για αυτούς τους ανθρώπους ήταν να ξοδέψετε με κάποιον τρόπο τα χρήματα σας στον τόπο τους.


Στην Καμπούλ θα μπορούσατε να μείνετε στο Sigi’s Hotel, ένα ορόσημο στο Μονοπάτι. Δεδομένου ότι το δολάριο ή το γερμανικό μάρκο διένυαν μια τόσο μεγάλη απόσταση μέχρι το Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1970, ήταν εύκολο να μείνετε εκεί για εβδομάδες μαστουρώνοντας, να γευτείτε φθηνά κεμπάπ ή να βγείτε έξω στους φανταστικούς αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονταν διάσπαρτοι στην πόλη και τα περίχωρα της. (Οι πραγματικοί χίπηδες απολάμβαναν ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους γιγαντιαίους Βούδες που ήταν χαραγμένοι σε μια βουνοπλαγιά στο Bamiyan, μιας μέρας απόσταση από την πρωτεύουσα.) Στη συνέχεια, όταν θα έφτανε η ώρα, μπορούσατε να συνεχίσετε το ταξίδι σας μέχρι το Νεπάλ, το El Dorado για χρήστες των παραισθησιογόνων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, οι συχνοί επισκέπτες του Μονοπατιού θυμούνται την παραμονή τους στο Αφγανιστάν στο εύθραυστο Αφγανιστάν με ιδιαίτερη αγάπη.

Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Οι Δυτικοί που ζούσαν στην πραγματικότητα στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’70, στις περιηγήσεις τους όταν υπηρετούσαν την θητεία τους στο Ειρηνευτικό Σώμα ή δουλεύοντας σε ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, αγάπησαν τον τόπο για τον χαλαρό εξωτισμό του. Εάν χρειαζόσουν μια κομψή πολυτέλεια, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να επισκεφτείς ένα από τα κλαμπ για αλλοδαπούς που προσέφεραν όλες τις ανέσεις ή να το ξενοδοχείο Intercontinental για μια βουτιά στην υπέροχη πισίνα του. Ήταν μια μικρή αμαρτία. Ένας Αμερικανός φοιτητής γυμνασίου, ο πατέρας του οποίου είχε κάποια δουλειά στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, δεν φοβόταν εκείνη την εποχή να πάρει το λεωφορείο για το Πεσαβάρ, πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν, και να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.
Τέτοιες απόψεις δεν ήταν τελείως απατηλές. Στην αρχή της δεκαετίας του 1970, το Αφγανιστάν ήταν αναμφισβήτητα φτωχό και υποβαθμισμένο, αλλά άρχισε να σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθειά του να ασπαστεί τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην έκδοση του οδηγού που δημοσίευσε για την Καμπούλ το 1971 η Αμερικανίδα συγγραφέας Nancy Hatch Dupree, εξέφραζε το παράπονό της επειδή είχε δυσκολευτεί να εντοπίσει τα αξιοθέατα μιας πόλης όπου “η αλλαγή είναι αχαλίνωτη”. Ήταν όμως αποφασισμένη να καταγράψει τις υπόλοιπες ομορφιές που απέμεναν όπως το εστιατόριο Khyber στον πρώτο όροφο του υπουργείου Οικονομικών στην πλατεία Pushtunistan: “Είναι ένας δημοφιλής τόπος συνάντησης στην Καμπούλ, ιδίως το καλοκαίρι, όταν τα τραπέζια πεζοδρομίων που βρίσκονται κάτω από τις πολύχρωμες ομπρέλες φιλοξενούν κουρασμένους περιηγητές. Ο κινηματογράφος Ariana δίπλα στο εστιατόριο προβάλει ξένες ταινίες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες”».


Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έφτιαξαν από κοινού μια καταπληκτική, απίστευτα ομαλή εθνική οδό που διέρχεται από το κεντρικό Αφγανιστάν. Κάποτε παντού στην Καμπούλ υπήρχαν ομοϊδεάτες χίπηδες, ιδίως γύρω από την οδό Chicken και την οδό Green Doors. Μερικοί από αυτούς έστησαν αξιοπρεπείς επιχειρήσεις εισαγωγής-εξαγωγής χειροποίητων αφγανικών γαμήλιων παλτών, τα οποία ήταν της μόδας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Αυτή η εισροή νεαρών μακρυμάλληδων από την δύση ξυπνούσε την περιέργεια στους ντόπιους, οι οποίοι ως επί το πλείστον τότε δεν ήταν συνηθισμένοι σε κάθε είδους τουρίστες. Αλλά ήταν γενικά φιλόξενοι και πολλοί βρήκαν καλοσυνάτους τρόπους για να αποκομίζουν επιπλέον έσοδα. Την εμπειρία αυτή διακωμωδεί το 1971 η Ινδική κινηματογραφική ταινία Hare Rama Hare Krishna, σε μια σκηνή της οποίας εμφανίζονται μερικοί χίπηδες να καπνίζουν χασίς με τα πιπάκια τους, ενώ ακούγεται το εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη, τραγούδι “Dum Maro Dum” της Asha Bosle.

Οι χίπηδες ξόδευαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τον ντόπιο πληθυσμό από ότι οι παραδοσιακοί τουρίστες και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολυτελή καταλύματα, ακόμα κι αν είχαν την οικονομική δυνατότητα (κάτι που λίγοι από αυτούς διέθεταν), ενώ μερικοί την έβρισκαν με την φύση. Φυσικά, ήταν ακόμα πραγματικοί τουρίστες, αν και διαφορετικού είδους, και πρωταρχικός τους στόχος ήταν ο ηδονισμός.

Ένα ινδικό hotspot που ονομαζόταν Crank’s Ridge προσέλκυσε ακόμα περισσότερες διασημότητες, έχοντας κερδίσει μια ενδιαφέρουσα φήμη ως «κέντρο θετικής ενέργειας». Όλοι, από τον Timothy Leary ως τον Cat Stevens το επισκέφθηκαν, ενώ ένας ντόπιος θυμάται ακόμα εκείνον τον ξένο «που τραγουδούσε πολύ μαζί με τον φίλο του και περιπλανιόταν στα πέριξ με την κιθάρα του». Ήταν ο Bob Dylan.

Δεν ήταν όμως όλοι οι ταξιδιώτες μακρυμάλληδες ούτε άκουγαν όλοι rock and roll. Ούτε είχαν διαβάσει όλοι την Ωδή του Allen Ginsburg που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό The Atlantic για το νόμιμο κάπνισμα της μαριχουάνας στην Ινδία. Ούτε έπαιρναν όλοι ναρκωτικά. Ωστόσο σε γενικές γραμμές και λόγω του εύρους του Μονοπατιού θα πρέπει να γενικεύσουμε και να εξηγήσουμε πως το έκαναν.

Υπήρχαν ναρκωτικά…

Κατά κάποιο τρόπο, η αναζήτηση ναρκωτικών δεν φαινόταν να αποτρέπει την εμπειρία, ενώ στην πραγματικότητα διευκόλυνε την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτισμών. Πιο συγκεκριμένα:
Σε μία από τις λίγες απόπειρες μιας περιεκτικής καταγραφής της ιστορίας του Μονοπατιού των Χίπηδων από τους συγγραφείς Sharif Gemie και Brian Ireland, υπάρχει μια έκθεση της Daily Express από το 1967, σύμφωνα με την οποία το ένα τέταρτο εκείνων των προσκυνητών ήταν εθισμένο στα ναρκωτικά. Ο Observer, με τη σειρά του, το περιέγραψε ως «μια ετήσια πλημμύρα δεκάδων χιλιάδων νέων που αναζητούν αφγανικό όπιο και ηρωίνη».


Οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν αυτές τις αναφορές «ευαίσθητες» και είναι φυσικό να καταλαβαίνουμε την επιθυμία των εφημερίδων να παρουσιάσουν τους χίπηδες σαν τους κακούς που έχουν βγει για να καταστρέψουν την αξιοπρεπή κοινωνία μας. Παρόλα αυτά, τα ναρκωτικά έπαιξαν κάποιο ρόλο στο Μονοπάτι και μπορούσες να τα βρεις εύκολα σε ορισμένες συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όπως σημειώνουν ο Gemie και ο Ireland, ένας ταξιδιώτης θυμόταν ότι «υπήρχαν πολλοί… που είχαν για τελικό προορισμό το Αφγανιστάν λόγω της άφθονης και φθηνής μαριχουάνας».

Μερικοί τρομοκρατήθηκαν από τη στάση ορισμένων κυβερνήσεων σχετικά με την πορεία προς τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, το οποίο παρουσίαζε σε κοινή θέα κάποιες αποτυχημένες συσκευές λαθρεμπορίου στα σύνορά του με το Αφγανιστάν. Κι αν έχετε δει το Εξπρές του Μεσονυκτίου, θα είστε εξοικειωμένοι με την πολιτική της Τουρκίας περί μηδενικής ανοχής απέναντι στα ναρκωτικά.
«Κάποιοι προσελκύονταν από ναρκωτικά όπως το χασίς και το όπιο που υπήρχαν σε αφθονία. Ένας τρόπος για να περνούν λαθραία τα ναρκωτικά μέσα από το Ιράν και την Τουρκία ήταν να τα σφραγίζουν σε βαζάκια μαρμελάδας με το αστείο όνομα Μαρμελάδα Kandahar».


«Πολλοί ταξιδιώτες αισθάνονταν φόβο στο νέο και αλλόκοτο περιβάλλον τους», γράφουν οι Gemie και Ireland, και έτσι έμεναν προσκολλημένοι στο λεωφορείο, στην ομάδα τους ή στα καφέ και τα ξενοδοχεία όπου σύχναζαν λευκοί πελάτες. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τους καπνιστές που επισκέπτονταν εκείνα τα μέρη συχνότερα, μάθαιναν μερικές βασικές φράσεις σε ξένες γλώσσες, συναναστρέφονταν ντόπιους και στη συνέχεια τους ακολουθούσαν μέσα σε σκοτεινά σοκάκια».

Έπρεπε να μάθεις λίγο από την γλώσσα, να πάρεις μερικά ρίσκα, και να πετύχεις κάποιους τοπικούς αξιοθαύμαστους στόχους που δεν ήταν για διαφήμιση. Για τους πιο τολμηρούς, αν ήσουν ρεαλιστής, όσο δηλαδή ήταν αυτό δυνατό, όλη αυτή η ιστορία ήταν κάτι σαν διαγωνισμός.

Στον δρόμο…

Το 1957, η Indiaman Bus Company έγινε η πρώτη επιχείρηση που πραγματοποίησε το ταξίδι από το Λονδίνο ως την Βομβάη και η επιτυχία ήταν τέτοια ώστε δημιουργήθηκαν αντίγραφά της όπως η εταιρεία Swagman Tours και το προαναφερθέν και γνωστότερο Magic Bus που μετέφεραν χίπηδες και όποιον άλλον ήθελε προς και από τα διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής.
«Το ταξίδι με το λεωφορείο, ήταν σχεδόν σαν να παρακολουθούσαμε τηλεόραση», έγραψε ο συγγραφέας John Worrall στο Μονοπάτι προς το Κατμαντού το 1972. Άλλοι τολμηροί εξερευνητές οδήγησαν τα αυτοκίνητά τους οι ίδιοι, ή πήραν τρένα, ενώ πολλοί ταξίδευαν κάνοντας ωτοστόπ. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να είναι «ταξιδιώτες» και όχι «τουρίστες». Ήταν φυσικό να μην τους αρέσει το λεωφορείο, ενώ ακόμα κι αν οι ξεναγήσεις με αυτό συχνά λειτουργούσαν ως σημείο εκκίνησης για να αποκτήσει ο ταξιδιώτης αυτοπεποίθησή και να βγει έξω για να πραγματοποιήσει μόνος του το υπόλοιπο ταξίδι.

Rory MacLean…

Αλλά χωρίς λεωφορεία και, καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχαν τουριστικοί οδηγοί, πώς θα μπορούσες να μάθεις από πού να ξεκινήσεις; Πώς μπορούσες να ξέρεις ποιους κινδύνους έπρεπε να αποφεύγεις; Με τόσους πολλούς ανθρώπους στο Μονοπάτι, οι ταξιδιώτες ενημερώνονταν από στόμα σε στόμα όταν συναντιόντουσαν σε κοινές στάσεις καταλύματα, κάμπινγκ, καφετέριες και σύνορα. Έτσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούσε πλέον να καταστρέψει το ίδιο πράγμα που δήλωνε ότι ασπαζόταν.

Στην Ταγγέρη, οι επισκέψεις όλων εκείνων των beat συγγραφέων μπορεί να έφερναν χίπηδες στην πόλη αλλά μπορεί να της έκαναν και κακό. Ο φίλος του Paul Bowles, Mohammed Mrabet, παραπονιόταν για τη γοητεία που ασκούσαν τα γραπτά του Kerouac και του Burroughs στους ανθρώπους. Σε συνέντευξή του στην Washington Post τους κατηγόρησε ότι με τα συγγράμματά τους προσέλκυαν «τρελούς ανθρώπους» και «χρήστες ναρκωτικών».

Χίπικο κοινόβιο κάπου στην Καμπούλ, αρχές δεκαετίας Του ’70


Ο ίδιος ο Burroughs περιγράφει στο Γυμνό Γεύμα μια σκηνή από την Ταγγέρη που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον λόγο αυτής της περιφρόνησης από τον Mrabet:

«Μέσα από ανοιχτές πόρτες, τραπέζια και καμπίνες και μπαράκια, κουζίνες και λουτρά, γαμιούνται ζευγάρια πάνω σε σειρές από χάλκινα κρεβάτια, ζευγαράκια διασταυρώνονται χιλιάδες αιώρες, πρεζάκια προσπαθούν να “σουτάρουν”, καπνιστές οπίου, καπνιστές χασίς, άνθρωποι τρώνε καθώς κάνουν μπάνιο μέσα σε μια ομίχλη καπνού και ατμού».

Ως πρόγονοι του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα μιας πόλης εξαιτίας του τουρισμού, οι χίπηδες μάλλον άφησαν ένα κακό προηγούμενο. Ακόμα κι έτσι όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε σχετικά με την ζωή τους στο Μονοπάτι. Στην μεγάλη τους προσπάθεια να πετύχουν κάτι, έγιναν μια κοινότητα εξερευνητών που εμπνέονταν ο ένας από τις ιστορίες του άλλου, προσπαθώντας να βιώσουν τις πιο αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, εκείνες που θα τους άλλαζαν την ζωή. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που όλοι μπορούμε να επιδιώξουμε ακόμα και σήμερα.

Εν κατακλείδι…

Το Αφγανιστάν περιγράφεται συνεχώς ως ένα από τα πιο χαλαρά σημεία του Μονοπατιού των Χίπηδων. Ήταν τόσο ελκυστικό που το 1973 οι συγγραφείς που καθιέρωσαν τον ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet, έγραψαν ότι η Καμπούλ είχε χάσει τον χαρακτήρα της και κινδύνευε να γίνει μια «τουριστική παγίδα».

Όλα αυτά όμως θα τελείωναν με τη σοβιετική εισβολή του 1979 και το 1982 ο φίλος μου που έπαιρνε κάποτε το Magic Bus για να ταξιδέψει από την Αγγλία, βρέθηκε στην μέση αυτού του πολέμου για να γυρίσει δύο ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα: το Warriors of God και το Victims of the Bear (το δεύτερο το βάζω εδώ για όποιον θέλει να το δει και θα βρει εύκολα και το άλλο…)
Επίσης, η αγωνία στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή εντάθηκε περισσότερο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επανάσταση στο Ιράν σήμαινε ότι τα σύνορά της ήταν μονίμως κλειστά για τους δυτικούς ταξιδιώτες. Ένας συγγραφέας έθεσε καλύτερα τις πολιτιστικές αλλαγές, εξηγώντας ότι «οι ραδιοφωνικοί σταθμοί αντικατέστησαν τους Blue Oyster Cult με ομιλίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί».

Αλλού, ένας εμφύλιος πόλεμος έπληξε τον Λίβανο. Το Κασμίρ γινόταν πιο επικίνδυνο. Το τοπίο άλλαζε. Το 2001, οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους Βούδες του Bamiyan. Οι χίπηδες που ήταν τόσο πολύ εναντίον του, είδαν τον πόλεμο να καταστρέφει τελικά το Μονοπάτι τους.

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας merlins.gr

«Νομίζω ότι το Studio 54 είναι η Μέριλιν Μονρόε των νάιτ κλαμπ»

«Νομίζω ότι το Studio 54 είναι η Μέριλιν Μονρόε των νάιτ κλαμπ»…

Όταν η νυχτερινή ζωή της Νέας Υόρκης πόνταρε στο γκλάμουρ και στην άνθηση της οικονομίας. Μια ματιά στο ναό διασκέδασης όλων των εποχών.

Μπορεί το Studio 54 να έκλεισε πριν από τέσσερις δεκαετίες, αλλά το θρυλικό νεοϋορκέζικο νάιτ κλαμπ αποκτά διαστάσεις εμβληματικού τοπόσημου σε βαθμό που το Brooklyn Museum του αφιερώνει έκθεση με τίτλο «Studio 54: Night Magic» και ένα βιβλίο, η οποία μελετά την ιστορία του και την επιρροή του.

Τη δεκαετία του 1970, η πόλη της Νέας Υόρκης έφτασε κοντά στο να δηλώσει χρεοκοπία, «και, κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Studio 54 έφτασε σε μια περίοδο που η Νέα Υόρκη ήταν γκρίζα και είχε φαλιρίσει».

Στις 26 Απριλίου του 1977 άνοιξαν το Studio 54 οι συνιδρυτές Steve Rubbel και Ian Schrager. Λειτούργησε για 33 μόνο μήνες και έκλεισε τον Φεβρουάριο του 1980. Αφότου πωλήθηκε στον Mark Fleischman, ξανάνοιξε και πάλι για σύντομο χρονικό διάστημα μέσα στη δεκαετία του 1980, αλλά η έκθεση στο Brooklyn Museum εστιάζει μόνον στους 33 μήνες της πρώτης φάσης λειτουργίας του.

«Στα αλήθεια, έφερε πίσω το γκλάμουρ. Εξαιτίας αυτής της αλλαγής, για δεκαετίες ο απόηχός του ήταν ο απόηχος ενός συμβόλου που μπορεί να είναι λαμπερό κι εντυπωσιακό ακόμα και σε δύσκολους καιρούς»

Η σημασία του Studio 54 γίνεται αντιληπτή μόνο αν το τοποθετήσει κανείς στο ιστορικό περιβάλλον του. «Για δύο δεκαετίες, η Νέα Υόρκη δεν είχε αυτού του τύπου εμπειρία νάιτ κλαμπ» εξήγησε, μιλώντας στο Rolling Stone, ο Matthew Yokobovsky, επικεφαλής επιμελητής στο Brooklyn Museum. «Παλαιότερα, μέσα στον 20ό αιώνα, υπήρξαν νάιτ κλαμπ σαν το Stork Club, το El Morocco, το Cafe Society και το Peppermint Lounge. Και όταν μπαίνεις στη δεκαετία του 1960, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αυτή η εμπειρία του μεγάλου νάιτ κλαμπ». Τη δεκαετία του 1970, η πόλη της Νέας Υόρκης έφτασε κοντά στο να δηλώσει χρεοκοπία, «και, κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Studio 54 έφτασε σε μια περίοδο που η Νέα Υόρκη ήταν γκρίζα και είχε φαλιρίσει. Στα αλήθεια, έφερε πίσω το γκλάμουρ. Εξαιτίας αυτής της αλλαγής, για δεκαετίες ο απόηχός του ήταν ο απόηχος ενός συμβόλου που μπορεί να είναι λαμπερό κι εντυπωσιακό ακόμα και σε δύσκολους καιρούς» είπε ο Yokobovsky.

Με το πέρασμα των χρόνων, η δημοφιλία του Studio 54 μεγάλωσε. Επανέρχεται ξανά και ξανά.

Δύο ολόκληρα χρόνια στην έρευνα της ιστορίας του Studio 54 αφιέρωσε ο Matthew Yokobovsky, ο οποίος προηγουμένως είχε εργαστεί για τη μεγάλη έκθεση «David Bowie Is». Στην έκθεση «Studio 54: Night Magic», 650 εκθέματα φιλοξενούνται σε έναν χώρο 10.000 τετραγωνικών μέτρων: 250 φωτογραφίες, 40 βίντεο και 65 κομμάτια μόδας, προσκλήσεις, εφημερίδες και σκίτσα σκηνικών και φωτισμού. Ένα τμήμα είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στο «πλήρωμα» του Studio 54: τον Rubbel και τον Schrager, τους μπάρμεν, αυτούς που δούλευαν στην ιματιοθήκη, τους πορτιέρηδες.

Νομίζω, επειδή όταν ο κόσμος κοιτάει αυτές τις φωτογραφίες ενθουσιάζεται.
Στην έκθεση «Studio 54: Night Magic», 650 εκθέματα φιλοξενούνται σε έναν χώρο 10.000 τετραγωνικών μέτρων: 250 φωτογραφίες, 40 βίντεο και 65 κομμάτια μόδας, προσκλήσεις, εφημερίδες και σκίτσα σκηνικών και φωτισμού.

«Κάποια στιγμή είπα “Νομίζω ότι το Studio 54 είναι η Μέριλιν Μονρόε των νάιτ κλαμπ”» ανέφερε ο Yokobovsky. «Όταν ζούσε η Μέριλιν, τη δόξαζαν, αλλά κυκλοφορούσαν γι’ αυτήν φήμες και κουτσομπολιά… Με το πέρασμα των χρόνων, η δημοφιλία του Studio 54 μεγάλωσε. Επανέρχεται ξανά και ξανά. Νομίζω, επειδή όταν ο κόσμος κοιτάει αυτές τις φωτογραφίες ενθουσιάζεται, με τον ίδιο τρόπο που ενθουσιάζεται όταν βλέπει μια φωτογραφία της Μέριλιν. Υπάρχει μια μαγεία, υπάρχει μια ενέργεια».

Η έκθεση ολοκληρώνεται στις 8 Νοεμβρίου.

Πηγή και φωτό: ΑΠΕ-ΜΠΕ

www.womantoc.gr

Τα ακραία και επίπονα μυστικά ομορφιάς των γυναικών στο παρελθόν

Λένε πως η ομορφιά απαιτεί θυσίες, ωστόσο πολλές γυναίκες θέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο, ακολουθώντας διάφορες ακραίες πρακτικές.

Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει τώρα, καθώς υπήρξαν βλαβερές και επικίνδυνες τάσεις ομορφιάς που εφάρμοζαν οι γυναίκες, από αρχαιοτάτων χρόνων. Όπως φαίνεται, ήταν έτοιμες να κάνουν όποια θυσία χρειαζόταν, σκεπτόμενες «μπρος τα κάλλη, τι είναι ο πόνος;».

Μέσα από μια σειρά φωτογραφιών που δημοσίευσε το Bored Panda, βλέπουμε τις τρομακτικές «θεραπείες» καλλωπισμού, καθώς και τις περίεργες ενδυματολογικές προτιμήσεις γυναικών, για να δείχνουν όμορφες και μοντέρνες, το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

Σε μια από αυτές, βλέπουμε μια γυναίκα να υπόκειται μια τρομακτική διαδικασία αφαίρεσης φακίδων. Τα μάτια της είναι καλυμμένα με ένα ειδικό αεροστεγές εργαλείο και τα ρουθούνια είναι μπλοκαρισμένα.

Σε μια άλλη φωτογραφία, μια γυναίκα ζωγραφίζει μια γραμμή καλσόν στη γάμπα μιας άλλης κοπέλας.. Οι γυναίκες το έκαναν αυτό όταν τα χρήματα ήταν λιγοστά ή όταν τελείωναν τα καλσόν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σύμφωνα με το Forbes, η παγκόσμια βιομηχανία ομορφιάς αξίζει 532 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη αγορά ομορφιάς στον κόσμο με περίπου το ένα πέμπτο του μεριδίου. Ενώ η Κίνα βρίσκεται στη δεύτερη θέση και η Ιαπωνία στην τρίτη θέση.

Για να μάθετε περισσότερα σχετικά με την ιστορία της ομορφιάς και της βιομηχανίας ομορφιάς, το Bored Panda επικοινώνησε με τη Δρ. Τζέιν Νίκολας από το Πανεπιστήμιο St. Jerome στο Πανεπιστήμιο του Waterloo.

Σύμφωνα με την Δρ. Νίκολας, η παγκόσμια βιομηχανία ομορφιάς έχει αναπτυχθεί «ουσιαστικά» κατά τον 20ο αιώνα. «Η επέκτασή της αποκαλύπτει τη σημασία της ομορφιάς στη ζωή των ανθρώπων, καθώς διαμορφώνει τις ταυτότητές τους, ειδικά όσον αφορά το φύλο», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, ο σύγχρονος πολιτισμός είναι μια οπτική κουλτούρα. Εν τω μεταξύ, η σύγχρονη ζωή σήμαινε να βρίσκεσαι σε μια ολοένα και πιο πυκνή αλλά ανώνυμη πόλη. Και αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση γίνεται πιο σημαντική από ποτέ. Σε τελική ανάλυση, όταν είστε ξένοι σε κάποιον, αυτός σας κρίνει από την εμφάνισή σας.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ορισμένες διαδικασίες, θεραπείες και πρακτικές vintage ομορφιάς μας φαίνονται περίεργες τώρα. «Αυτό που ήταν τυπικό σε μια χρονική περίοδο, φαίνεται περίεργο σε μια άλλη. Σήμερα, βλέπουμε την εξαιρετικά φιλτραρισμένη, πλήρως επεξεργασμένη selfie ως κάτι πολύ συνηθισμένο».

Η Δρ Νίκολας είπε επίσης, ότι η ομορφιά είναι βαθιά συνυφασμένη με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι αντανακλά κάτι περισσότερο από την ίδια την ομορφιά. «Η χρήση ακτίνων Χ για την αποτρίχωση, για παράδειγμα, αντικατοπτρίζει επίσης το γεγονός ότι η τεχνολογία αναδύεται πριν γίνει γνωστή η πλήρης επίδραση της χρήσης της», ανέφερε δίνοντας ένα παράδειγμα.

Επιπλέον, επισήμανε ότι μπορούμε να περιμένουμε ότι ορισμένες από τις πρακτικές που θεωρούμε δεδομένες σήμερα, να φανούν ξεπερασμένες και περίεργες τις επόμενες δεκαετίες. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, καθώς οι συλλογικές μας πεποιθήσεις και αξίες αλλάζουν, αυτές οι συνηθισμένες πράξεις μπορεί να θεωρηθούν ασυνήθιστες».

www.iefimerida.gr

Το «Πείραμα της Φιλαδέλφειας» Ένας μύθος που ακόμα ιντριγκάρει

Το «Πείραμα της Φιλαδέλφειας» Ένας μύθος που ακόμα ιντριγκάρει. Τοποθετείται χρονικά στα τέλη Οκτωβρίου 1943…

Γύρω στις 28 Οκτωβρίου του 1943, το αντιτορπιλικό «US Eldridge» με το πλήρωμά του εξαφανίστηκε με τη χρήση ηλεκτρομαγνητικών πεδίων από τη ναυτική βάση της Φιλαδέλφεια και εμφανίστηκε στη ναυτική βάση του Νόρφολκ της Βιρτζίνια, 350 χιλιόμετρα μακριά από τη βάση του.

Μετά από λίγα λεπτά επανήλθε με τον ίδιο αόρατο τρόπο στη Φιλαδέλφεια.

Η ιστορία βασίστηκε σε ανώνυμες επιστολές που έλαβε ο συγγραφέας και αστρονόμος Morris K. Jessup το 1955 και στο βιβλίο που αργότερα δημοσίευσαν οι συγγραφείς Charles Berlitz και William L. Moore το 1978 (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «ΩΡΟΡΑ»).

ainstain

Σύμφωνα με το βιβλίο, το πείραμα βασίστηκε στη «θεωρία του ενοποιημένου πεδίου» του Αϊνστάιν και περιγράφει ότι μετά την ολοκλήρωση του πειράματος, ο Αϊνστάιν συνειδητοποίησε ότι η ανθρωπότητα δεν ήταν έτοιμη να αποδεχθεί μια τέτοια γνώση, που θα άλλαζε την ιδέα που είχε για το χώρο, και κατέστρεψε τις σημειώσεις του. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το πολεμικό ναυτικό των ΗΠΑ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το εγχείρημα, επειδή κάποιοι από το πλήρωμα του πλοίου κάηκαν, άλλοι εξαφανίστηκαν και άλλοι τρελάθηκαν.

Ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι το αντιτορπιλικό «US Eldridge» παραχωρήθηκε το 1951 στην Ελλάδα και εντάχθηκε στη δύναμη του Πολεμικού Ναυτικού ως το 1992 με το όνομα «Λέων ΙΙΙ».

Ανάμεσα σε αρκετές ταινίες επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκαν με έμπνευση από το βιβλίο των Charles Berlitz και William L. Moore, ξεχωρίσαμε την ομώνυμη ταινία του 1984 σε σκηνοθεσία του Stewart Raffill, η οποία σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία.

Η πλοκή της ταινίας εκτός από το ταξίδι στο χώρο περιλαμβάνει και ένα ταξίδι στο χρόνο για δύο από τα μέλη του πληρώματος. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους οι ηθοποιοί: Michael Pare, Nancy Allen, Eric Christmas, Bobby Di Cicco, κλπ..

Δείτε το trailer της ταινίας:

Δέσποινα Ψυλλάκη www.ogdoo.gr

1 2 3 4 31