Τι συνδέει το ελληνικό αντιτορπιλικό Βέλος με το Greyhound του Tom Hanks. Το ιστορικό πλοίο εδώ κι έναν χρόνο κοσμεί την παραλία της Θεσσαλονίκης με την παρουσία του.

Ποιος δεσμός μπορεί άραγε να συνδέει το ιστορικό πλοίο “Βέλος” που εδώ κι έναν χρόνο κοσμεί την παραλία της Θεσσαλονίκης με την παρουσία του και μια υπεπαραγωγή του Χόλιγουντ; Αν και είναι άγνωστο στο ευρύ κοινό, το ιστορικό αντιτορπιλικό που θαυμάζουν και επισκέπτονται χιλιάδες επισκέπτες δεν έχει μόνο το δικό του κεφάλαιο στη ναυτική ιστορία της Ελλάδας, αλλά δια του δίδυμου πλοίου, του “USS Keeling” κυριαρχεί εμμέσως στα πλάνα μια εντυπωσιακής ιστορικής ταινίας που μόλις το καλοκαίρι αυτό έκανε πρεμιέρα. Πρόκειται για το φιλμ “Greyhound” με πρωταγωνιστή τον Οσκαρικό Τομ Χανκς, μια παραγωγή το μεγαλύτερο μέρος της οποίας γυρίστηκε στα διαμερίσματα ενός αντιτορπιλικού καθόλα όμοιου με το “Βέλος”.

Όσοι περιηγούνται στους χώρους του ελληνικού αντιτορπιλικού έχουν την ευκαιρία να “μεταφερθούν” σε μια πανάκριβη κινηματογραφική παραγωγή, που σπάει ρεκόρ στις ΗΠΑ, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Η ιστορία

Μια εξάδα γερμανικών υποβρυχίων, τα σκοτεινά νερά του Ατλαντικού ωκεανού, ένα αμερικανικό αντιτορπιλικό λίγους μήνες μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ΠΠ, δεκάδες πλοία με εφόδια για το Ηνωμένο Βασίλειο, τορπίλες, βόμβες βυθού, αγωνιώδεις ελιγμοί, αγωνία και τακτικισμοί μέσα στη νύχτα.

“Η ιστορία αυτών των πολεμικών πλοίων ξεκινά από τη στιγμή που οι Αμερικανοί είχαν αποφασίσει να κατασκευάσουν ίσως τον πιο πετυχημένο τύπο πολεμικού πλοίου αυτής της κατηγορίας των αντιτορπιλικών, την κλάση Fletcher, που πήρε το όνομά της από τον σχεδιαστή της. Κατασκευάστηκαν, δοκιμάστηκαν και έπεσαν στο θάλασσα 175 τέτοια πλοία σε μια απίστευτη προσπάθεια μέσα σε μερικούς μήνες, πλοία που συμμετείχαν κυρίως στον λεγόμενο πόλεμου του Ειρηνικού, προστάτευσαν όμως και νηομπές στον Ατλαντικό ωκεανό όπως περιγράφεται στην κινηματογραφική παραγωγή”, αναφέρει στον ραδιοφωνικό σταθμό του Αθηναϊκού/Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων “Πρακτορείο 104,9 FM”, ο αρχιπλοίαρχος ΠΝ Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος, εξηγώντας, παράλληλα, πόσο σκληρές ήταν οι μάχες στις οποίες συμμετείχε και το ίδιο το “Βέλος”, όταν ήταν σε αμερικανική υπηρεσία αλλά και το πανομοιότυπο “USS Keeling” (σ.σ με το προσωνύμιο “Greyhound” αποκαλούνταν το πλοίο στις επικοινωνίες μέσω ασυρμάτου), το πολεμικό που πρωταγωνιστεί στη συγκεκριμένη μεγάλη αμερικανική παραγωγή.

Με μια χρονομηχανή “ταξίδι” στη μάχη του Ατλαντικού (1942)

Η ταινία, μέσα από τον φρενήρη ρυθμό της και 91 λεπτά δράσης, δύναται να “μεταφέρει” τον θεατή και στη συνέχεια επισκέπτη του “Βέλους”, στις μάχες που δίνονταν κατά τον Β’ ΠΠ: στις ίδιες μάχες, με τα ίδια ακριβώς όπλα και τις ίδιες ακριβώς τακτικές.

Στο κατάστρωμα του “Βέλους” στη Θεσσαλονίκη βλέπει κανείς σήμερα τις θέσεις για τις βόμβες βυθού “τον μεγαλύτερο εχθρό για κάθε υποβρύχιο όπως τα U-boat που “κυνηγούν” το USS Keeling στη μάχη εκείνη του 1942″ κατά τον κ.Χαραλαμπόπουλο- τους χώρους του σόναρ που βοηθά τον κυβερνήτη Έρνεστ Κράους (Τομ Χανκς) να κυνηγήσει την αγέλη των γερμανικών υποβρυχίων. Περπατά δε στους ίδιους εξωτερικούς διαδρόμους, όπου για τρεις εφιαλτικές ημέρες κινείται το πλήρωμα ενώ εκτελεί τις εντολές του κυβερνήτη.

Όλα τα νευραλγικά σημεία του πλοίου είναι ανοιχτά και επισκέψιμα για τους επισκέπτες του “Βέλους”, που έχουν στη παραλία της Θεσσαλονίκης τη δυνατότητα να σταθούν εκεί ακριβώς όπου ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Τομ Χανκς συσκέπτονταν με τους αξιωματικούς του πριν δώσει διαταγές ώστε να προστατεύσει το δικό του πλοίο αλλά και τα 37 συμμαχικά εμπορικά του κομβόι HX-25 της Μάχης του Ατλαντικού, στο πρώτο μισό του 1942!

Πώς δίνονταν οι μάχες στον Β’ ΠΠ

Ο αρχιπλοίαρχος Σωτήρης Χαραλαμπόπουλος εξηγεί πως μέσα στους χώρους του “Βέλους” βρίσκονται “όλα τα όπλα και τα συστήματα που το USS Keeling χρησιμοποιεί ώστε να περάσει από τον επονομαζόμενο “Μαύρο Λάκκο””, το σημείο μέσο του Ατλαντικού Ωκεανού όπου τα πλοία δεν είχαν προστασία από αέρος για τρεις ημέρες. Η μάχη του USS Keeling με τα U-boat ήταν όμως σκληρή.

“Το “Βέλος” όπως και το καθ’ όλα όμοιο του “Greyhound” είναι μια πολεμική μηχανή με πληθώρα όπλων για κάθε απειλή, αεροπλάνα, στόχους επιφανείας και κυρίως υποβρύχια. Το υποβρύχιο είναι ένας δύσκολος εχθρός, κάτι που δείχνει και η κινηματογραφική μεταφορά της συγκεκριμένης μάχης”, εξηγεί ο κ. Χαραλαμπόπουλος που περιγράφει και πώς το αμερικανικό πλοίο έδινε τις σκληρές μάχες του με τα υποβρύχια το 1942.

“Αυτό που κάνει το πλοίο είναι να “ψάχνει” με τα σόναρ που μόλις είχαν ανακαλυφθεί ένα υποβρύχιο. Το χτυπά με τις βόμβες βυθού, επικοινωνεί με τα υπόλοιπα πλοία του κομβόι στο πλαίσιο της αναζήτησης των εχθρικών υποβρυχίων, αν χρειαστεί δε κάνει και κάτι εντυπωσιακό: γυρνά την πλώρη του προς την τορπίλη ώστε αυτή να έχει απέναντί της τη μικρότερη δυνατή επιφάνεια για να χτυπήσει. Ειδικά στον Β’ ΠΠ, μια τορπίλη μπορούσε να ακουμπήσει και να “ξύσει” και τα πλαϊνά μέρη του πλοίου αλλά να μην κάνει ζημιά με αυτή την έξυπνη τακτική”, αναφέρει ο κυβερνήτης του “Βέλους”, που με αυτό τον τρόπο επικυρώνει μια από τις πιο αγωνιώδεις σκηνές της ταινίας του Χόλυγουντ, όπου το αδερφό του ελληνικού, αμερικανικό αντιτορπιλικό γλιτώνει το χτύπημα την τελευταία στιγμή.

Για όσους πάντως ενδιαφέρονται να… ζήσουν όπως οι ναυτικοί του 1942 για λίγη ώρα, η περίοδος της παρουσίας του “Βέλους” στη Θεσσαλονίκη, που συμπίπτει με την πρεμιέρα του “Greyhound”, έχει μάλιστα παραταθεί. Το θρυλικό αντιτορπιλικό αναμένεται να ξεπεράσει τον έναν χρόνο παραμονής του στην παραλία της Θεσσαλονίκης και, όπως ανέφερε ο κυβερνήτης του, θα παραμείνει στην πόλη “τουλάχιστον μέχρι τις γιορτές της Θεσσαλονίκης, και δη το τριήμερο 26ης μέχρι και 28ης Οκτωβρίου”.

Το πλοίο είναι ανοιχτό για το κοινό με νέο ωράριο κάθε μέρα εκτός Δευτέρας, από τις 10 το πρωί μέχρι τη μία το μεσημέρι, ενώ επισκέπτες δέχεται και το απόγευμα (από 17:00 μέχρι 19:30).

esquire.com.gr

21 χρόνια από τη μέρα που η Αθήνα ισοπεδώθηκε από τον σεισμό της Πάρνηθας

21 χρόνια από τη μέρα που η Αθήνα ισοπεδώθηκε από τον σεισμό της Πάρνηθας…

Η μέρα ήταν Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 1999, 14:56:50 τοπική ώρα. Ο σεισμός της Πάρνηθας ή ο σεισμός της Αθήνας του 1999 έμεινε στην ιστορία και με τα δύο ονόματα θα γίνει ο φονικότερος των τελευταίων 50 ετών στην Ελλάδα. Αρκούσαν μόλις 15 δευτερόλεπτα για να εμφανιστεί το σκοτεινό πρόσωπο του Εγκέλαδου, αφήνοντας πίσω του περισσότερους από 140 νεκρούς, τουλάχιστον 2.000 τραυματίες και ανυπολόγιστες ζημιές.

Ο σεισμός

Είχε μέγεθος 5,9 ρίχτερ και κράτησε 15 δευτερόλεπτα. Είχε επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης και το ακριβές του σημείο ήταν ανάμεσα στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας και τις Αχαρνές. Το μικρό του εστιακό βάθος (9 έως 14 χιλιόμετρα) ήταν από τις βασικότερες αιτίες των αποτελεσμάτων του, παρότι στην επιφάνεια του εδάφους υπήρξαν ελάχιστες ρηγματώσεις.

21 χρόνια από τη μέρα που η Αθήνα ισοπεδώθηκε από τον σεισμό της Πάρνηθας

Μία μελέτη του 2008 όμως, που έγινε αποδεκτή και από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο αποκάλυψε πως στην ουσία έγιναν δύο σεισμοί, μεγέθους 5,8 και 5,5 ρίχτερ, σε διαφορετικά ρήγματα και με διαφορά 3,5 δευτερολέπτων ο ένας από τον άλλο.

Μία άλλη σεισμολογική μελέτη που αξιοποίησε δορυφορικά δεδομένα απέδειξε ότι ενεργοποιήθηκαν δύο ρήγματα που οδήγησαν στην εκδήλωση δύο σεισμών, με τα ρήγματα να εκτείνονται μέχρι τον κόλπο της Ελευσίνας.

Εντονότερα από τη δράση του σεισμού χτυπήθηκαν περιοχές όπως το Μενίδι, η Μεταμόρφωση, τα Άνω Λιόσια, η Κάτω Κηφισιά, η Ερυθραία, το Περιστέρι, η Νέα Φιλαδέλφεια, η Πετρούπολη, οι Θρακομακεδόνες και η Ελευσίνα.  Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής βυθίστηκε λίγο σε σχέση με την Πάρνηθα, με την περιοχή στο Θριάσιο Πεδίο να μετακινείται περίπου 8 εκατοστά.

Τα θύματα

Ο αριθμός των νεκρών σύμφωνα με την επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Journal of geophysical research ήταν 143. Παρότι οι αρχικές εκτιμήσεις μιλούσαν για 27 θύματα και εκατοντάδες τραυματίες, η πραγματικότητα ήρθε να τους διαψεύσει με τον τραγικότερο τρόπο. Από αυτούς, οι 79 έχασαν τη ζωή τους μέσα σε συνολικά 6 κτίρια:

  • 39 στο εξαώροφο κτίριο της Ρικομέξ, στο Μενίδι, που στεγάζονταν οι εταιρείες Ρικομέξ και Εστία εμπορική – ανάμεσά τους και δύο έγκυες γυναίκες.
  • 16 στην πολυκατοικία της οδού Ψυχάρη, στην Μεταμόρφωση. Σε αυτή μάλιστα, οι διασώστες ανέσυραν ζωντανά δύο παιδιά στην αγκαλιά του νεκρού πατέρα τους.
  • 8 στη Φαράν.
  • 7 στην πολυκατοικία της οδού Πίνδου, στη Νέα Φιλαδέλφεια.
  • 6 στο εργοστάσιο ΒΙΟΚΥΤ.
  • 3 στο εργοστάσιο της Φιλοπλάστ.

Από τις αυτοψίες που έγιναν σε ορισμένα από τα θύματα, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι 36 έχασαν τη ζωή τους από τραύματα και 31 πέθαναν από ασφυξία. Η πλειοψηφία των θανάτων ωστόσο οφείλονταν σε καταρρεύσεις κτιρίων. Από την άλλη, τουλάχιστον 85 άνθρωποι σώθηκαν μέσα από τα ερείπια.

Οι καταστροφές

Εκτός από φονικός, ο σεισμός της Πάρνηθας αποδείχθηκε και η πιο δαπανηρή φυσική καταστροφή που έπληξε ποτέ την Ελλάδα. Οι υλικές ζημιές αποτιμήθηκαν σε ένα ποσό που ξεπερνούσε τα €3.000.000.000, ενώ η εγγύτητά του από την μητροπολιτική περιοχή της Αθήνας είχε σαν αποτέλεσμα να σημειωθούν μεγάλες ζημιές σε ακτίνα 10 χιλιομέτρων από το επίκεντρό του. 

Περιοχές όπως τα Άνω Λιόσια, το Μενίδι, οι Θρακομακεδόνες και η Φυλή Αττικής υπέστησαν τις μεγαλύτερες ζημιές, με το 30% των καλά κατασκευασμένων κτιρίων να έχουν καταρρεύσει. Σημαντικές υλικές καταστροφές δεν αναφέρθηκαν στον δήμο Αθηναίων, τα νότια και τα ανατολικά προάστια, με την Ακρόπολη και άλλα ιστορικά μνημεία της Αθήνας να μένουν αλώβητα ή με πολύ μικρές ζημιές: στον Παρθενώνα και στο Ερέχθειο υπήρξε μία ελαφριά περιστροφή κάποιων κιόνων, χωρίς σημαντική μεταβολή.  Στα λιμάνια της Ελευσίνας και του Πειραιά οι ζημιές ήταν μικρές, καθώς οι μόνες που παρατηρήθηκαν ήταν η μετακίνηση κατά 10 εκατοστά μερικών τοίχων στις αποβάθρες. 

Ο απόηχος 

Τις επόμενες ημέρες μετά τον σεισμό, συνεργεία και ομάδες μηχανικών του ΥΠΕΧΩΔΕ κλήθηκαν να ερευνήσουν τις καταστροφές στις περιοχές που επλήγησαν σε μεγαλύτερο βαθμό.

ΣΕΙΣΜΟΣ 1999 3

Εκατοντάδες κτίρια βάφτηκαν με κίτρινο ( αν η φέρουσα δομή είχε υποστεί επιδιορθώσιμες ζημιές) ή κόκκινο χρώμα (αν τα κτίρια είχαν υποστεί τόσες πολλές ζημιές που δεν μπορούσαν να επισκευαστούν και έτσι έπρεπε να κατεδαφιστούν) και χιλιάδες Αθηναίοι, φοβούμενοι μετασεισμούς, κοιμόντουσαν σε πλατείες, πάρκα και καταυλισμούς που στήθηκαν για την προσωρινή στέγαση όσων έχασαν τα σπίτια τους.

Ο αριθμός των οικογενειών που έμειναν άστεγες τότε εκτιμήθηκε στις 40.000.

Κάποιοι μάλιστα, έφυγαν για αρκετές εβδομάδες για την επαρχία ή έστειλαν τα παιδιά τους σε συγγενείς τους εκεί. Συνολικά, δημιουργήθηκαν αρχικά 101 καταυλισμοί που έκλεισαν μέχρι το 2004, με κάποιους -ελάχιστους- να συνεχίζουν να υπάρχουν μέχρι και σήμερα. 

Η τούρκικη βοήθεια

Αν υπήρξε κάτι θετικό μετά τον φονικό σεισμό (στο πλαίσιο που μπορεί κάποιος να το πει αυτό) ήταν πως για πρώτη φορά εκείνη την περίοδο η χώρα μας έφτασε τόσο κοντά με την Τουρκία. Σε λιγότερο από 13 ώρες είχαν έρθει στην Αθήνα τούρκικα σωστικά συνεργεία (μία 20μελής ομάδα διάσωσης) που έσπευσαν να συνεργαστούν με τα ελληνικά. Έναν μήνα πριν (στις 17 Αυγούστου 1999), είχε σημειωθεί στη Νικομήδεια της Τουρκίας σεισμός κλίμακας 7,6 ρίχτερ με χιλιάδες νεκρούς. Η Ελλάδα είχε στείλει και αυτή βοήθεια.

Η απόδοση δικαιοσύνης (;)

Κάτω από τα συντρίμμια σκέπασε τις ευθύνες για τους θανάτους από τις καταρρεύσεις κτιρίων η ελληνική δικαιοσύνη. Η πιο πολύκροτη υπόθεση ήταν αυτή της Ρικομέξ. Η δίκη τελικά ολοκληρώθηκε το 2007, με τους 33 κατηγορούμενους να απαλλάσσονται και τους συγγενείς να λαμβάνουν αποζημιώσεις από €17.000 μέχρι €40.000. Το 2010 το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε την καταβολή €18.000.000 στους συγγενείς των θυμάτων, επιρρίπτοντας ευθύνες στη Νομαρχία, καθώς δεν είχε κάνει σωστά τους προληπτικούς ελέγχους στο εργοστάσιο. Η υπόθεση έκλεισε οριστικά το 2012, όταν το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής  αποφάσισε τελικά την καταβολή €13.000.000 στους συγγενείς των θυμάτων.  

ΣΕΙΣΜΟΣ 1999 4

Στις υπόλοιπες δίκες για τις καταρρεύσεις εργοστασίων, οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, με εξαίρεση αυτούς της Φαράν που αθωώθηκαν. Στην περίπτωση της πολυκατοικίας στην Μεταμόρφωση, τα αδικήματα παραγράφηκαν.

Γράφει: Γιάννης Σπανός  esquire.com.gr

Xίρου Ονόντα: Η απίστευτη ιστορία του Ιάπωνα αξιωματικού

Xίρου Ονόντα: Η απίστευτη ιστορία του Ιάπωνα αξιωματικού, που συνέχισε να μάχεται επί τρεις δεκαετίες μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου!

Με τη συνθηκολόγηση στις 15 Αυγούστου του 1945 του αυτοκράτορα Χιροχίτο, έληξε ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος. Όχι όμως και για τον Ιάπωνα αξιωματικό Χίρου Ονόντα, που αρνήθηκε να πιστέψει στην ήττα της πατρίδας του και συνέχισε να μάχεται για άλλες τρεις δεκαετίες!

Όταν έφθασαν στις 28 Φεβρουαρίου του 1945 οι αμερικανικές δυνάμεις στη μικρή νήσο Λουμπάνγκ των Φιλιππίνων και έφυγαν οι τελευταίοι Ιάπωνες, ο ταγματάρχης Γιοσίμι Τανιγκούτσι διέταξε τον ανθυπολοχαγό Ονόντα να συνεχίσει να μάχεται τον εχθρό και να μην παραδοθεί ακόμη κι αν του απομείνει μόνον ένας άνδρας.

«Μπορεί να κρατήσει τρία, μπορεί και πέντε χρόνια, αλλά ό,τι κι αν συμβεί θα γυρίσουμε να σας πάρουμε», υποσχέθηκε ο ταγματάρχης. Χρειάστηκε όμως να περάσουν 29 ολόκληρα χρόνια για να επιστρέψει και να παραλάβει τον Ιάπωνα αξιωματικό…

H εκπαίδευση και η αποστολή στις Φιλιππίνες του Ιάπωνα απογόνου των σαμουράι

Ο Χίρου Ονόντα γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου του 1922 σ’ ένα χωριό της περιφέρειας Γουακαγιάμα της Ιαπωνίας. Απόγονος πολεμιστών από σαμουράι προγόνους μέχρι τον πατέρα του, λοχία στο ιαπωνικό ιππικό εντάχθηκε στις τάξεις του αυτοκρατορικού στρατού με το που έκλεισε τα 18, μόλις έναν χρόνο προτού η Ιαπωνία ξεκινήσει τον πόλεμο με τις ΗΠΑ, μετά την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ.

Ο Ιάπωνας ανθυπολοχαγός Πληροφοριών, Χίρου Ονόντα σε μια φωτογραφία του 1944 / Φωτογραφία αρχείου: Wikipedia

Στο στρατό ο Ονόντα εκπαιδεύτηκε ως αξιωματικός πληροφοριών στη σχολή Νακάνο, όπου διδάχθηκε μεθόδους συλλογής πληροφοριών και ανταρτοπόλεμου, σαμποτάζ, προπαγάνδας κτλ που του αποδείχθηκαν υπερπολύτιμες όταν εστάλη μετά τη λήξη της εκπαίδευσής του τον Δεκέμβριο του 1994 στη νήσο Λουμπάνγκ, στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο του κόλπου των Φιλιππίνων.

Αρχικά είχε στο πλευρό του τρεις στρατιώτες, αλλά όταν τελικά πείστηκε να βγει από το κρησφύγετο του στη ζούγκλα τριάντα χρόνια αργότερα, ήταν μόνος του. Ο τελευταίος σύντροφός του είχε πέσει νεκρός σε ανταλλαγή πυρών με Φιλιππινέζους στρατιώτες δύο χρόνια νωρίτερα.

«Στο Λουμπάνγκ πίστευα ότι υπερασπιζόμουν την Ιαπωνία καθιστώντας οχυρό το νησί μαζί με τους συντρόφους μου Σιμάντα και Κοζούκα. Όταν πέθαναν, συνέχισα μόνος μου την αποστολή μου. Όταν έληξε για μένα ο Β΄Παγκόσμιος Πόλεμος το 1974, μου φάνηκε σαν να ξυπνούσα από ένα όνειρο», έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Ιάπωνας αξιωματικός.

Ο μοναχικός πόλεμος του Ιάπωνα σαμουράι

Ο Ιάπωνας ανθυπολοχαγός χρησιμοποίησε τις γνώσεις που απέκτησε κατά την εκπαίδευσή του στον ανταρτοπόλεμο για να επιβιώσει μέσα στις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες της ζούγκλας. Όλες οι προσπάθειες να πειστεί να παραδοθεί απέτυχαν, αφού ο Ονόντα θεωρούσε ότι η αμερικανική αντικατασκοπεία προσπαθούσε να τον παγιδεύσει.

Ένα από τα φυλλάδια που έριχναν οι Αμερικανοί για να πείσουν τον Χίρου Ονόντα και άλλους Ιάπωνες να παραδοθούν / Φωτογραφία αρχείου: United States Office of War Information

Στα φέιγ βολάν που έριχναν αμερικανικά αεροσκάφη, ανακοινώνοντας τη λήξη του πολέμου και τη συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας, δεν έδινε καμία σημασία, όπως και στα ηχητικά μηνύματα συγγενικών του προσώπων που έπαιζαν από τα μεγάφωνα. Ο Ονόντα αρνιόταν πεισματικά να καταθέσει τα όπλα και παρά τις έρευνές τους, Αμερικανοί και Φιλιππινέζοι στρατιώτες δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τον ίδιο και τους συμπολεμιστές του.

O Χίρου Ονόντα τη μέρα της παράδοσής του στη νήσο Λουμπάνγκ, έτοιμος να επιβιβαστεί σε ελικόπτερο που θα τον μεταφέρει στη Μανίλα / Φωτογραφία αρχείου: ΑΡ

Τον βρήκε, όμως, στο κρησφύγετό του το 1974 ο Ιάπωνας φοιτητής Νόριο Σουζούκι, λάτρης της περιπέτειας που είχε διακόψει της σπουδές του για να βρει «τον ανθυπολοχαγό Ονόντα, ένα πάντα κι ένα Γιέτι μ’ αυτή τη σειρά». Ωστόσο, ο Ονόντα συνέχισε να αρνείται να παραδοθεί. Και μετά την αναφορά του Σουζούκι η ιαπωνική κυβέρνηση αναζήτησε τον πρώην διοικητή του Γιοσίμι Τανιγκούτσι και τον έστειλε μαζί με τον αδελφό του Ονόντα στο Λουμπάνγκ. Ο Τανιγκούτσι τον ενημέρωσε ότι η Ιαπωνία είχε ηττηθεί στον πόλεμο που είχε λήξει πριν από σχεδόν τρεις δεκαετίες και τον απήλλαξε των καθηκόντων του.

Το τέλος του «ονείρου»

Τότε ήταν που επιτέλους ο Ιάπωνας αξιωματικός αντίκρισε κατάματα την αλήθεια. Στις 11 Μαρτίου του 1974 και φορώντας ακόμη τη στρατιωτική του στολή ο Ονόντα παρέδωσε δέκα μέρες πριν συμπληρώσει τα 52 του χρόνια στον τότε πρόεδρο των Φιλιππίνων Φερντινάντ Μάρκος τα καλοφροντισμένα όπλα του, 500 σφαίρες, το σπαθί κατάνα και αρκετές χειροβομβίδες, κλαίγοντας πικρά για την ήττα της πατρίδας του. Επιστρέφοντας στο Τόκιο τον υποδέχθηκαν με τιμές ήρωα οι υπέργηροι γονείς του, ηλικίας αμφότεροι 80 ετών, κυβερνητικοί παράγοντες, δημοσιογράφοι και περίπου 7.000 άτομα.

O Χίρου Ονόντα κατά την άφιξή του στο αεροδρόμιο του Τόκιο στις 29 Μαρτίου 1974 / Φωτογραφία αρχείου: ΑΡ

«Κάθε Ιάπωνας στρατιώτης ήταν προετοιμασμένος για τον θάνατό του, αλλά ως αξιωματικό πληροφοριών εμένα με διέταξαν να συνεχίσω το αντάρτικο και να μην πεθάνω. Ήμουν υποχρεωμένος να σεβαστώ τις διαταγές μου», δήλωσε τότε. Κι όπως έγραψε στα απομνημονεύματά του, δύο πράγματα του έδωσαν όλα αυτά τα χρόνια τη δύναμη να αντιστέκεται: η αγάπη για τον αυτοκράτορα και η ανάμνηση της μητέρας του, που του είχε μάθει να μην τα παρατά ποτέ και να μην αυτοοικτίρεται.

Πίσω από την απίστευτη ιστορία του Ιάπωνα αξιωματικού, μία ιστορία αταλάντευτης αφοσίωσης στο καθήκον, πειθαρχίας και αυτοθυσίας, κρύβεται παράλληλα και μια τραγωδία, αφού στις τρεις δεκαετίας που συνέχισε να μάχεται, μόνον αθώοι χωρικοί κάπου 30 άμαχοι έπεσαν θύματα του ίδιου και των συντρόφων του κατά τις επιθέσεις τους σε αγροικίες για να κλέψουν ζωντανά και τρόφιμα.

Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του με τους ουρανοξύστες και τα τρένα υψηλής ταχύτητας ο Ονόντα δεν ένιωθε πλέον άνετα. Ακολούθησε τον αδελφό του στη Βραζιλία, όπου ασχολήθηκε με την εκτροφή βοοειδών. Αργότερα ξαναγύρισε στην Ιαπωνία για να δημιουργήσει μια κατασκήνωση για παιδιά, που θα τα βοηθούσε να συνδεθούν με τη Φύση και να οικοδομήσουν αξίες στη ζωή τους. Ο θάνατος τον βρήκε σε ηλικία 91 ετών στις 6 Ιανουαρίου του 2014.

www.iefimerida.gr

Ρακέλ Γουέλς: Το εκρηκτικό sex symbol των ’60s. Μια από τις ωραιότερες γυναίκες του κινηματογράφου [εικόνες]

Υπήρξε sex symbol για πάνω από 20 χρόνια τις δεκαετίες ’60 – ’80 και μία από τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής της, και σήμερα, παραμένοντας γοητευτική, κλείνει τα 80 της χρόνια. Είναι η Ράκελ Γουέλς.

Σήμερα, αν ήταν στην ακμή της, ίσως ήταν ιδανική για τις υπερηρωικές ταινίες που γυρίζονται πλέον σωρηδόν αφού στα νιάτα της διέθετε όλο το πακέτο. Όμορφη, αθλητική, δυναμική, σέξι και παρότι όχι ιδιαιτέρως ψηλή (1,68) κατάφερνε, με την πληθωρική της παρουσία, να γεμίζει την οθόνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είχε διαφορετική εξέλιξη η καριέρα της στο σινεμά, δεδομένου ότι έπαιξε σε πολλές περιπέτειες, κρατώντας ένα δυναμικό ρόλο, μίας γυναίκας που δεν ήταν δίπλα στους ήρωες, αλλά είχε καθοριστική συμμετοχή στη δράση και τη ζωηράδα των φιλμ.

Η αξεπέραστη ομορφιά της Ράκελ Γουέλς

Η Ράκελ Γουέλς γεννήθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου του 1940 στο Σικάγο από Βολιβιανό πατέρα, προφανώς υπαίτιος για την εξωτική της ομορφιά και Αμερικανίδα μητέρα. Οι άσχημες σχέσεις του ζευγαριού έφεραν τη νεαρά Ράκελ σε δύσκολη θέση και μοναδική διέξοδος απ’ την πραγματικότητα ήταν η ενασχόλησή της με το χορό και το θέατρο. Από νωρίς, γύρω στα 16 της, άρχισε να συμμετέχει σε διαγωνισμούς ομορφιάς και η διάκρισή της σε αυτούς, της άνοιξαν το δρόμο για το χώρο του θεάματος.

Χόλιγουντ και ρόλοι… μπικίνι για τη Ρακελ Γουέλς

Γρήγορα ήρθε και ο γάμος και ένα παιδί. Δούλευε ως μοντέλο και αφού απέκτησε ακόμη ένα παιδί, πήρε διαζύγιο και μετακόμισε στο Λος Άντζελες για να κυνηγήσει το όνειρό της ηθοποιίας. Οι παραγωγοί του Χόλιγουντ αμέσως διέκριναν την ομορφιά της και της έδωσαν σέξι ρολάκια, παρά τις προσπάθειές της να καταξιωθεί ως ποιοτική ηθοποιός. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί τους «ρόλους μπικίνι» καθώς έπρεπε να αναθρέψει τα δυο της παιδιά.

Στη λίστα με τις ωραιότερες η Ράκελ Γουέλς

Η επιτυχία και η αναγνώρισή της ήρθε σχετικά γρήγορα, όταν εμφανίστηκε στην ταινία φαντασίας του Ντον Σάφι “1.00.000 Χρόνια Π.Χ.”, όπου υποδύθηκε μια πρωτόγονη γυναίκα με ξανθά μαλλιά, καμπύλες κι ένα εντυπωσιακό, για την εποχή, μπικίνι, φτιαγμένο από δέρμα ζώου. Γίνεται διάσημη, κυρίως από το διαφημιστικό πόστερ και μπήκε στη λίστα με τις ωραιότερες γυναίκες του κινηματογράφου.

Στην ταινία φαντασίας του Ντον Σάφι “1.00.000 Χρόνια Π.Χ.”, φωτογραφια ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ανοδική πορεία

Η καριέρα της ήταν ανοδική, αλλά με μονοδιάστατους ρόλους, της σέξι, εκρηκτικής και δυναμικής ηρωίδας, με τα πλούσια ντεκολτέ, όταν δεν φορούσε μπικίνι. Το 1967 θα παίξει μαζί με τον Άντονι Φραντσιόζα στην περιπέτεια “Η Κατάσκοπος της Κόστα ντελ Σολ”, ενώ θα ακολουθήσουν δυο γουέστερν, το πρώτο το 1968 δίπλα στον Τζέιμς Στιούαρτ (“Μπαντολέρο”) και το δεύτερο τον επόμενο χρόνο, δίπλα στον Μπαρτ Ρέινολντς (“Τα 100 τουφέκια”). Επίσης, εκείνη την εποχή θα παίξει μαζί με τον Φρανκ Σινάτρα στο θρίλερ “Στα Ίχνη του Εγκλήματος” και στην κωμωδία “Δύο Απίθανοι Γλεντζέδες” με τον Πίτερ Σέλερς.

Το κορίτσι των γουέστερν

Η υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα για την Ρακελ Γουέλς

Για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε για κάτι παραπάνω από το όμορφο κορίτσι με το τέλειο σώμα το 1973, όταν υποδύθηκε την Κονστάνς στην ευχάριστη μεταφορά του “Ο Νταρτανιάν και οι Τρεις Σωματοφύλακες” του Ρίτσαρντ Λέστερ, δίπλα σε τρεις αστέρες της εποχής, τους Όλιβερ Ριντ, Μάικλ Γιορκ και Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν. Κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα, αφού πέρα από τη γοητεία της φανέρωσε και τις υποκριτικές της ικανότητες και μάλιστα ως κωμικού. Υπήρξε ακόμη μία φορά υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα. Ήταν το 1987 όταν θα πρωταγωνιστήσει, επιτέλους, σε ένα δράμα, το “Right to Die”, υποδυόμενη μια γυναίκα που έπασχε από σοβαρή νόσο και η εμφάνισή της δεν θύμιζε τίποτα από τη γυναίκα που έκαιγε καρδιές.

Όταν ο Μαστρογιάννι της χτυπούσε παλαμάκια

Η πάντα γοητευτική Ράκελ Γουέλς

Τη δεκαετία του ’80 η σταδιοδρομία της άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα, αλλά η δραστήρια Ράκελ αντί να ακολουθήσει το δρόμο της Τζέιν Φόντα, με την αεροβική γυμναστική και τα σέξι κορμάκια της, αφού αυτά θα είχαν σύντομη διάρκεια, θα προτείνει μέσω βιντεοκασετών ένα εναλλακτικό πρωτοποριακό τρόπο εκγύμνασης βασισμένο στη γιόγκα και την υγιεινή διατροφή, ενώ γρήγορα επεκτάθηκε και στον τομέα των καλλυντικών.

Σήμερα, η Ράκελ Γουέλς, διατηρεί τη γοητεία της, μένει όλο και περισσότερο κοντά στην οικογένειά της, όπως πάντα ήθελε, παραδέχεται ότι δεν θα τα είχε πολυκαταφέρει αν δεν είχε την εξωτερική της εμφάνιση, αλλά συνάμα αποδεικνύοντας ότι είχε μυαλό και χαρακτήρα, αφού χωρίς σκάνδαλα και την τροφοδοσία κίτρινων φυλλάδων κατάφερε να επιβιώσει στον σκληρό και πολλές φορές απάνθρωπο κόσμο του Χόλιγουντ.

Σημερα, παραμένοντας γοητευτική, η Ράκελ Γουέλς κλείνει τα 80 της χρόνια

www.iefimerida.gr

Πώς ένας άστεγος έγινε πολυεκατομμυριούχος παίζοντας βιντεοπαιχνίδια

Ζούσε στους δρόμους του Λονδίνου ως άστεγος, όταν ξαφνικά ανακάλυψε τον μαγικό κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών. Από τότε, έχει γίνει πολυεκατομμυριούχος κάνοντας την αγαπημένη του δουλειά.

Σε ηλικία 18 ετών, ο Ράιαν Χαρτ βρέθηκε άστεγος στους δρόμους του Λονδίνου. Η οικογένειά του είχε εκδιωχθεί από το σπίτι τους στο Κρόϊντον, νοτιοδυτικά της πόλης, μετά από προβλήματα με τον ιδιοκτήτη. Και σήμερα, περισσότερο από 20 χρόνια αργότερα, ο Χαρτ είναι ένας παγκοσμίου φήμης gamer, με εκατοντάδες πρωταθλήματα και πολλά παγκόσμια ρεκόρ Γκίνες.

Όπως δήλωσε ο ίδιος στο CNN, τα βιντεοπαιχνίδια τον βοήθησαν να ξεπεράσει τις δυσκολίες της ζωής. Ήταν το «καταφύγιό» του. Ο Χαρτ μπήκε για πρώτη φορά σε ένα κατάστημα όπου μπορούσες να παίξεις βιντεοπαιχνίδια το 1989, σε ηλικία 10 ετών. Η μητέρα του, του έδωσε μερικά κέρματα για να παίξει το «Golden Axe», ένα παιχνίδι της Sega. «Οι κανόνες ήταν προφανείς» λέει. «Προχώρα και προσπάθησε να νικήσεις όσους περισσότερους κακούς μπορείς, χωρίς να χάσεις ζωή». Ο Χαρτ ξετρελάθηκε αμέσως και ανακάλυψε το φυσικό του ταλέντο. Μέσα σε πέντε χρόνια, είχε παίξει σε ένα τουρνουά, και μέχρι την ηλικία των 17 ετών είχε κερδίσει τον πρώτο του εθνικό τίτλο.

Τα «ηλεκτρονικά» έγιναν το καταφύγιό του

Αυτό, φυσικά, επηρέασε την ψυχική του υγεία. Ο gamer έπεσε σε κατάθλιψη και ένιωσε να καταρρέει. Τα καταστήματα όπου μπορούσε να παίζει βιντεοπαιχνίδια έγιναν το καταφύγιό του. Η είσοδος ήταν δωρεάν και όσο βρισκόταν εκεί, ο Χαρτ ένιωθε πως ήταν μέλος της κοινότητας.«Αυτό ήταν το σπίτι μου, το ιερό μου, ένα μέρος όπου μπορούσα να βάλω στην άκρη τα προβλήματά μου και τίποτε άλλο δεν είχε σημασία» λέει.

Ως έφηβος που είχε ήδη περάσει πολλά, τα ηλεκτρονικά του έδωσαν αυτοπεποίθηση «απλά ανακαλύπτοντας πως ήμουν πραγματικά καλός σε κάτι» λέει. Του έδωσαν επίσης, ευκαιρίες. Το 1998, ο Χαρτ προσκλήθηκε στο πρώτο του τουρνουά στο εξωτερικό, στην Ιαπωνία, αγωνιζόμενος στο Tekken 3, ένα παιχνίδι μάχης, που δημιουργήθηκε από τον ιαπωνικό προγραμματιστή Namco και το King of Fighters, που αναπτύχθηκε από την SNK. Στο Τόκιο κέρδισε τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο και από εκείνη την στιγμή όλα άλλαξαν.

Έκτοτε, ο Χαρτ έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και έχει κερδίσει πάνω από 400 αγώνες σε βιντεοπαιχνίδια. Έχει κερδίσει ψευδώνυμα όπως «Robotnik» και «The Terminator» και έχει πάνω από 5.000 οπαδούς στον ιστότοπο Twitch όπου μεταδίδει τα παιχνίδια του και διδάσκει κόλπα στους θαυμαστές του.

Πριν από κάθε διαγωνισμό, ο Χαρτ λέει ότι κάνει έναν «απομονωμένο τρόπο ζωής», όπου προπονείται μέχρι και 8 ώρες καθημερινά, πέντε με έξι μέρες την εβδομάδα. Κι ενώ αναγνωρίζει ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να το δουν αυτό ως εμμονή, γι’ αυτόν είναι δουλειά.

«Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πότε πρέπει να βγούμε για λίγο αέρα» λέει, προσθέτοντας πως το βιντεοπαιχνίδι μπορεί να αποδειχθεί προβληματικό, όταν «γίνεται εμμονή και αποκλείει άλλους σημαντικούς τομείς της ζωής ενός ανθρώπου».

Βγάζει πολλά χρήματα κερδίζοντας σε τουρνουά βιντεοπαιχνιδιών

Η μακρά καριέρα του Χαρτ ακολούθησε την ταχεία ανάπτυξη της βιομηχανίας βιντεοπαιχνιδιών. Η παγκόσμια αγορά esports ξεπέρασε τα έσοδα του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων πέρυσι, με τα τουρνουά να προσελκύουν περισσότερους από 400 εκατομμύρια θεατές, σύμφωνα με έρευνα του διαδικτυακού καταστήματος Green Man Gaming.

Τα χρηματικά έπαθλα αυξήθηκαν. Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι το 2000, τα συνολικά χρήματα που κερδήθηκαν σε τουρνουά παγκοσμίως ήταν 700.000 δολάρια. Πέρυσι, έφτασαν τα 173 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Χαρτ πιστεύει πως τα βιντεοπαιχνίδια προσφέρουν μια απόδραση ειδικά σε άτομα όπως αυτόν, που μπορεί να μην εντάσσονται στον κοινωνικό κανόνα. Μπορεί να είναι ένα εργαλείο για να γνωρίσεις άλλους ανθρώπους, για ταξίδια και για να βρεις μια αίσθηση κοινότητας, λέει. «Το παιχνίδι είναι μια μεγάλη παρηγοριά για κάποιον που δεν μπορεί να συνδεθεί με τίποτα πριν από αυτό» λέει.

www.iefimerida.gr

Ελλη Λαμπέτη: Η θρυλική ζωή μιας μεγάλης σταρ. Οι έρωτες και η ιστορία της μικρής Ελλης που την υιοθέτησε αλλά της την πήραν

Ήταν 3 Σεπτεμβρίου το 1983 όταν η σπουδαία Ελλη Λαμπέτη έφυγε από τη ζωή. Η ηθοποιός με το αξεπέραστο ταλέντο, τα μελαγχολικά μάτια και το πιο χαριτωμένο και γοητευτικό ψεύδισμα πέθανε σε νοσοκομείο της Αμερικής μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο. Ήταν μόλις 57 ετών.

Ελλη Λαμπέτη: Η ζωή της

Γεννημένη στις 13 Απριλίου 1926 στα Βίλια Αττικής, πατέρας της ήταν ο Κώστας Λούκος, ιδιοκτήτης ταβέρνας, και μητέρα της η Αναστασία Σταμάτη. Ο παππούς της, γνωστός ως Καπετάν Σταμάτης, είχε πολεμήσει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821.

Το 1928, μετά τη δικτατορία του Μεταξά, η οικογένειά της μετακόμισε στην Αθήνα. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Ελλη Λαμπέτη έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Η απαγγελία της σε ποίημα του Πολέμη δεν ενθουσίασε την επιτροπή, η οποία μάλιστα θεώρησε πως δεν υπάρχει ψήγμα ταλέντου στη Λαμπέτη και την απέρριψε παμψηφεί. Λίγο καιρό αργότερα την απέρριψε και η επιτροπή της Σχολής Κοτοπούλη, εκεί όπου ήταν και ο μετέπειτα μεγάλος της έρωτας Δημήτρης Χορν.

Ο θείος της και φίλος του Σπύρου Μελά διαμεσολάβησε στην Μαρίκα Κοτοπούλη για να την δεχτεί στη σχολή και σύντομα έγινε η αγαπημένη της μαθήτρια. Μάλιστα, της είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε της επέτρεψε να διαβάσει ακόμη και τις ερωτικές επιστολές που είχε λάβει από τον Ίωνα Δραγούμη, στις αρχές του 20ου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά απέκτησε και το νέο της επώνυμο, το οποίο το επέλεξε από το βιβλίο «Αστραπόγιανος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. «Λαμπέτη εδείλιασα», λέει ο πρώτος στίχος του ποιήματος.

Πολύ σύντομα, το 1942, έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση, στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν.

Ελλη Λαμπέτη: Η θυελλώδης προσωπική της ζωή άρρηκτα συνδεδεμένη με το θέατρο

Το 1943 στη ζωή της Ελλης Λαμπέτη έρχεται ο πρώτος μεγάλος έρωτας.

«Ο άνθρωπος αυτός θα πρέπει να ’ταν κάτι σαν μάγος», θα πει ύστερα από χρόνια ο Μιχάλης Κακογιάννης. Η Ελλη Λαμπέτη απορροφάται από τη γοητεία του Θεόδωρου Σγουρδέλη, ενός όμορφου και πλούσιου διπλωμάτη και ποιητή που ζει μόνιμα στο Παρίσι και που ο πόλεμος τον έφερε στην Ελλάδα. Προσπάθησε να την αποτρέψει από το θεατρικό σανίδι και τελικά την έπεισε να τον ακολουθήσει στο Παρίσι, προτείνοντάς της να γίνει ζωγράφος.

Η επαγγελματική ασυνέπεια της ηθοποιό αλλά και η απουσία της από το σπίτι, θα κινήσει ενστικτωδώς τις υποψίες της Κοτοπούλη: «Πού είναι η Λαμπέτη;Φέρτε μού την απ’ το σπίτι της!». Το 1945 έρχεται το τέλος της σχέσης αυτής και η Ελλη Λαμπέτη επανεμφανίζεται στη θεατρικά δρώμενα μέσα από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, με ερμηνείες που καθήλωσαν το κοινό και καθιέρωσαν την ίδια ως μια εξαιρετική ηθοποιό: «Γυάλινος Κόσμος», «Αντιγόνη», «Ο γάμος της Μπάρμπαρα», «Το φιόρο του Λεβάντε», «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», «Ζωή με τον πατέρα», «Ο ανακριτής έρχεται», «Ο Ματωμένος Γάμος».

Και ενώ η ανοδική πορεία της συνεχίζεται, το 1945 συναντά τον Αλέκο Αλεξανδράκη με τον οποίο έζησε έναν θυελλώδη έρωτα που κράτησε έξι μήνες, ενώ πέντε χρόνια αργότερα παντρεύεται το Μάριο Πλωρίτη, τον οποίο γνώρισε κάνοντας το κινηματογραφικό της ντεμπούτο συμμετέχοντας στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι», με σκηνοθέτη τον ίδιο.

Ο γάμος αυτός λήγει μετά από τρία χρόνια όταν η ηθοποιός ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον μέγιστο Δημήτρη Χορν. Η φιλία τους όμως θα παραμείνει αληθινή και αυθεντική μέχρι το τέλος της Ελλης Λαμπέτη.

Με τον Δημήτρη Χόρν δημιουργεί μια βαθιά σχέση τόσο προσωπική όσο και καλλιτεχνική: Μετά το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1953), η Ελλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν θα συμπρωταγωνιστήσουν στην «Κάλπικη λίρα» (1954) και δυο χρόνια μετά στο «Κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και πολλά άλλα.

«Σας πληροφορώ», είχε πει η Ελλη Λαμπέτη στον Φρέντυ Γερμανό το 1971, «πως είχε βουίξει η Αθήνα ότι ο Χορν κι εγώ είχαμε σχέση ερωτική, πολύ πριν συμβεί κάτι μεταξύ μας. Πολύ πριν μας περάσει από το μυαλό». Ο Φρέντυ Γερμανός τη ρώτησε πώς ξεκίνησε η ιστορία. «Πολύ παράξενα», είχε πει η Ελλη Λαμπέτη. «Θυμάμαι, παίζαμε τη Νόρα, ένα έργο που εμένα δεν μου άρεσε ούτε σαν έργο, ούτε σαν ρόλος. Και επειδή δεν ήμουνα καλή, έκανα καζούρα στον εαυτό μου.

Δηλαδή, επειδή δεν μπορούσα να μιμηθώ στον Χορν πώς έπαιζα, γιατί δεν είμαι καλή μίμος του εαυτού μου, υπερέβαλλα κάνοντας καρικατούρα του εαυτού μου. Αυτοσαρκαζόμουνα. Αυτό του έκανε τόση εντύπωση που ξετρελάθηκε. Κι εκεί πιστεύω ότι με ερωτεύτηκε. Το γεγονός ότι ήμουν μια ηθοποιός που γελοιοποιούσε τον εαυτό της τόσο επιτυχημένα, τον είχε κερδίσει. Μάλιστα μου είχε πει πως αυτό που κάνω είναι Too good to be true;»

Ακολουθεί ένα σοκαριστικό διάστημα κατά το οποίο η Ελλη Λαμπέτη κάνει μια έκτρωση, χάνει δύο αδελφές από καρκίνο, μία σε τροχαίο, και τον κοινό τους φίλο και συνθιασάρχη Κώστα Παππά. Το 1959 η σχέση της με τον Δημήτρη Χορν είναι στα τελειώματα και αποξενώνονται. Δήλωσαν ότι θα ξανασυνεργαστούν σύντομα, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ.

Στα 34 της η Ελλη Λαμπέτη γνωρίζει τον Αμερικανό συγγραφέα Φρέντερικ Γουέικμαν που της παρέχει μια ζωή ξέγνοιαστη. Ζουν σε ένα μεγάλο σπίτι στους Αμπελοκήπους, ταξιδεύουν σε Μπαχάμες και Χαβάη: «Κάναμε δικούς μας όλους τους ωκεανούς», συνήθιζε να λέει η Ελλη Λαμπέτη. Σε αυτό το διάστημα παίζει στα: «Το Λεωφορείο ο Πόθος», το «Πεπσι», η «Γλυκιά Ίρμα» και ο «Βυσσινόκηπος». Όμως τα επόμενα χρόνια αποδεικνύονται εξίσου σκληρά για την Ελλη Λαμπέτη.

Εξαιτίας της λαχτάρας της για την απόκτηση ενός παιδιού, ενεπλάκη σε μία δικαστική περιπέτεια, που κράτησε τέσσερα χρόνια. Πιο συγκεκριμένα η Ελλη Λαμπέτη και ο Φρέντερικ Γουέικμαν είχαν υιοθετήσει ένα κοριτσάκι.

Όμως οι γονείς της μικρής Ελίζας την διεκδίκησαν και μετά από 4 χρόνια που έμεινε μαζί με την ηθοποιό, το δικαστήριο αποφάσισε την επιστροφή της μικρής στους φυσικούς της γονείς. Εχοντας ήδη πολλά προβλήματα και βρισκόμενοι επί αρκετά χρόνια σε διάσταση, χωρίζει με τον Γουέηκμαν, μετά από 16 χρόνια γάμου.

«Με τον Φρεντ δεν είχαμε εκείνο το ωραίο που υπήρχε ανάμεσα στον Χορν κι εμένα: ισοτιμία και αμοιβαία εκτίμηση. Ισως επειδή με τον Τάκη είχαμε το ίδιο επάγγελμα, δεν μπορούσε να κρυφτεί ο ένας από τον άλλον. Μαλώναμε για το ποιος αξίζει πιο πολύ. Εγώ πίστευα ότι αξίζει εκείνος κι εκείνος πίστευε ότι αξίζω εγώ. Είχαμε έναν αμοιβαίο θαυμασμό, απόλυτο και ειλικρινή. Αυτός μας έδενε.

Το ξέρω τώρα ότι είμαστε πολύ διαφορετικοί για να ζήσουμε καλά μαζί, αλλά ήταν μια ωραία σχέση. Με τον Φρεντ δεν υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Θαυμάζαμε ο ένας τον άλλον για πράγματα ασήμαντα. Ηταν ένα είδος παρεξήγησης που κράτησε δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Και ο χαμένος είναι εκείνος, γιατί κατέστρεψε τη ζωή του. Του έλεγα φύγε και δεν έφευγε…», είχε πει η ίδια στη δημοσιογράφο και συγγραφέα Φρίντα Μπιούμπι.

Επιπλέον, το 1969 το όνομά της ενεπλάκη σε ένα σκάνδαλο βίλας οργίων στη Γλυφάδα. Σε ένα σπίτι εκεί ελάμβαναν μέρος όργια με τρεις άντρες, δύο ανήλικα κοριτσάκια κι ένα λυκόσκυλο. Η Ελλη Λαμπέτη βρέθηκε κατηγορούμενη και στη διάρκεια της δίκης καλούταν να ανεβαίνει στη σκηνή του θεάτρου και να ακούει υποτιμητικά γαβγίσματα από το κοινό.

Στην τελική ακρόαση της δίκης, η ηθοποιός ήταν χειμαρρώδης. Η εμφάνιση συγκεκριμένων μαρτύρων έφερε τη νομική αθώωση της Ελλης Λαμπέτη με το κοινό όμως και τον Τύπο να την αντιμετωπίζει διστακτικά. Παράλληλα, έπρεπε να παλέψει και με τον καρκίνο του μαστού. Μετέβη στη Νέα Υόρκη, έκανε μαστεκτομή, αλλά το 1980 ο καρκίνος επανήλθε πιο επιθετικός…

Ελλη Λαμπέτη: Η τελευταία παράσταση και το τέλος

Η τελευταία της εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1981, στο έργο «Σάρα – Τα παιδιά ενός κατώτερου θεού», όπου έπαιξε εκπληκτικά το ρόλο της κωφάλαλης Σάρας.

Λίγο αργότερα, η υγεία της επιδεινώθηκε. Έχασε τη φωνή της και τελικά άφησε την τελευταίας της πνοή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983, σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης όπου νοσηλευόταν.

Η ζωή της γράφτηκε σε βιβλίο από τον καλό της φίλο Φρέντυ Γερμανό κι έγινε μπεστ σέλερ, 13 χρόνια μετά το θάνατό της.

Δείτε φωτογραφίες της αξέχαστης Ελλης Λαμπέτη:


«Φαίνεται πως κάποια μαγικά πλάσματα δίνουν ραντεβού όταν έρχονται στον κόσμο αυτό η Έλλη Λαμπέτη γεννήθηκε στα 1926, δηλαδή την ίδια ακριβώς χρονιά που θα γεννιόταν η Μαίριλυν Μονρόε, στην απέναντι ακτή του Ατλαντικού…» γράφει ο Φρέντυ Γερμανός στην αρχή του βιβλίου του «Έλλη Λαμπέτη. Βιογραφία» (Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006).

www.iefimerida.gr

“Να έχουν Σύνταγμα ή να μην έχουν;” Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1843 η Ελλάδα αποκτάει το Σύνταγμά της.

“Να έχουν Σύνταγμα ή να μην έχουν;” Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1843 η Ελλάδα αποκτάει το Σύνταγμά της.

Ήταν όμως ένα “κανονικό” Σύνταγμα ή κάποια παραχώρηση των Μεγάλων Δυνάμεων ουσιαστικά… μη ουσιαστική;

Ένα αφιέρωμα της Ελεύθερης ΕΡΤ στην επιμέλεια του οποίου είναι ο Στέλιος Νικητόπουλος:

info-war.gr

Αττίκ: Ο μελαγχολικός τροβαδούρος της αγάπης

Aττίκ: Ο μελαγχολικός τροβαδούρος της Αθήνας. Κάθε τραγούδι του είναι κι ένα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν και ταυτόχρονα η ενσάρκωση ενός βαθύτερου αισθήματος που αντέχει στον χρόνο. Δεν ήταν απλώς ένας μουσικός, ήταν ο εκφραστής μια ολόκληρης εποχής.

Οι γεμάτοι ποίηση και ευαισθησία στίχοι του, οι φινετσάτες μελαγχολικές του μελωδίες και φυσικά η εκρηκτική του προσωπικότητα και το ταμπεραμέντο έκαναν τον Αττίκ συνώνυμο του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού αλλά και τον απόλυτο εκπρόσωπο της παλιάς Αθήνας.

Το πραγματικό του όνομα ήταν Κλέωνας Τριανταφύλλου και γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1895 από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος βαμβακοπαραγωγός και έμπορος, ενώ η μητέρα του καλλιεργημένη και γλωσσομαθής ήταν κόρη του ριζοσπάστη βουλευτή από τα Κύθηρα Δημητρίου Ραπτάκη. Έτσι ο μικρός Κλέωνας μεγαλώνει σε ένα αστικό περιβάλλον και από μικρός έρχεται σε επαφή με τη μουσική. Παίζει πιάνο και φλάουτο και σκαρώνει τα πρώτα του στιχάκια σε νεαρή ηλικία. Μετά από τον θάνατο του πατέρα του, το 1893, όταν ο Αττίκ είναι οκτώ χρονών, η οικογένεια Τριανταφύλλου εγκαταλείπει την Αίγυπτο και εγκαθίσταται πλέον στην Αθηνά. Ο Κλέωνας φοιτά στη Νομική σχολή και στη συνέχεια φεύγει για το Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του. Εκεί όμως στην Πόλη του Φωτός, που αποφασίζει ότι η μουσική είναι ο μόνος δρόμος που του ταιριάζει. Έτσι γράφεται στο Conservatoire de Paris, όπου θα έχει καθηγητές τον Gabriel Fauré, τον Camille Saint Saëns και τον Émile Pessard.

Το ταλέντο του γρήγορα τον έκανε γνωστό και ο Αττίκ κάνει καριέρα στη γαλλική πρωτεύουσα της Μπελ Επόκ, γράφοντας περίπου 300 συνθέσεις. Όμως η οικογένειά του αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και η αδελφή του η Νόρα αρρωσταίνει βαριά, οπότε εκείνος αναγκάζεται να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη για να στηρίξει τη μητέρα του.

Γαλλομαθής και εκλεπτυσμένος ο Αττίκ δεν περνάει απαρατήρητος τους κοσμικούς κύκλους της εποχής, που γίνεται το πρώτο του κοινό. Το 1931 δημιουργεί την περιβόητη «Μάντρα» η όποια στεγάζεται στην οδό Μηθύμνης στην τότε Πλατεία Αγάμων, τη σημερινή πλατεία Αμερικής. Η «Μάντρα» λειτουργούσε το καλοκαίρι και το χειμώνα περιόδευε σε όλη την Ελλάδα μέχρι που τελικά βρήκε μόνιμη στέγη στην ταβέρνα «Μονμάρτη» στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Ηπείρου. Πολλοί καλλιτέχνες της εποχής ξεκίνησαν από εκεί την καριέρα τους, όπως η Καλή Καλό, η Δανάη, η Κάκια Μένδρη, η Ντιριντάουα, η Λέλα Μιτσούκ, αλλά και οι αδερφές Καλουτά.

«Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά και αρκετή πρωτοπορία. Ένα ξύλινο παράπηγμα σκηνή, ύψους έξι-επτά μέτρων και δίπλα η αυλόπορτα που ήταν η είσοδος. Στο δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα. ‘Ένα αληθινό παράθυρο στο ισόγειο που στην πραγματικότητα ήταν το ταμείο και μια αληθινή μπαλκονόπορτα με μπαλκόνι στο δεύτερο πάτωμα. Στην είσοδο γλάστρες με φυτεμένα… μακαρόνια. Στην πόρτα ψηλά ένα κλουβί με μια σαρδέλα αντί πουλιού, μαρτυρούσε την εκ μητρός καταγωγή μου και μην ξεχνάτε ότι οι Τσιριγώτες έβαλαν την σαρδέλα στο κλουβί να τραγουδήσει. Στο μπαλκόνι ακουμπισμένος με το αριστερό χέρι στα κάγκελα, σκυφτός προς τα έξω ένας Αττίκ με αγγελικό χαμόγελο να κάνει με το δεξί χέρι μια χειρονομία υποδοχής. Αυτός ο Αττίκ ήταν ανδρείκελο σε φυσικό μέγεθος, έργο γνωστού γλύπτου, μοναδικού σε τέτοιες δύσκολες εργασίες. Του φορούσαμε απαράλλαχτα τα δικά μου ρούχα, που είχα τότε καθιερώσει, άσπρο πουκάμισο, άσπρα παπούτσια και κάλτσες και τα λοιπά, ήταν όλα τόσο επιτυχημένα που πολλοί γελιόντουσαν και μου φώναζαν από κάτω πηγαίνοντας στο ταμείο: Αττίκ πες να μας δώσουν καλές θέσεις! Τέτοιος καλλιτέχνης ήταν ο γλύπτης Φώσκολος. Εννοείται ότι κάθε βράδυ το ανδρείκελό μου έμπαινε μέσα, αλλιώς η μαρίδα της γειτονιάς θα το ετάραζε στις πετριές και θα μου έσπαζε το κεφάλι, που επλήρωσα τότε στο Φώσκολο πέντε χιλιάδες δραχμές. Θα σκεφθείτε ίσως: Τι να κοστίζει άραγε το αληθινό; Απαντώ Πολύ λιγότερα», αυτό έλεγε ο ίδιος ότι ήταν η «Μάντρα» του, που συγκέντρωνε κάθε βράδυ την αφρόκρεμα της Αθήνας αλλά και τη νέα γενιά του Μεσοπολέμου που αναζητούσε την ταυτότητά της.

Ο Αττίκ κάθε βράδυ καθόταν στο πιάνο και σκάρωνε στιχάκια, που τραγουδούσε μαζί με τους θεατές, ενώ δεν έλειπαν και τα σατιρικά σχόλια. Όταν το 1935 στο στόχαστρο του σκαμπρόζου δημιουργού μπήκε ο πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης, οι χωροφύλακες εισέβαλαν στην «Μάντρα» και την έκαναν γυαλιά καρφιά, τραυματίζοντας και τον ίδιο τον Αττίκ στο κεφάλι. Παρ’ όλα αυτά τίποτα δεν πτοούσε τον ανατρεπτικό καλλιτέχνη που δεν ανεχόταν κανείς να του φιμώνει το στόμα.

Το πρόγραμμα τώρα στη «Μάνδρα» διαρκούσε δύο ώρες και το κοινό είχε την δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά. Ο Αττίκ συνόδευε πάντα τους τραγουδιστές που φιλοξενούσε στο πιάνο, κάνοντας το χαρακτηριστικό διπλό του σφύριγμα σφύριζε δηλαδή δυο διαφορετικές νότες ταυτόχρονα, δημιουργώντας εντυπωσιακές διφωνίες που έμοιαζαν με κελάηδημα πουλιών. Πολλοί μάλιστα θεατές επισκέπτονταν τη «Μάντρα» του μόνο και μόνο για να ακούσουν αυτό το διπλό σφύριγμα.

Στην προσωπική του ζωή τώρα, υπήρξε σύμφωνα με τις φήμες άστατος. Η αλήθεια όμως ήταν πως ο Αττίκ ήταν ένας άνδρας βαθιά συναισθηματικός και θαυμαστής του γυναικείου φύλου, που ζούσε για τον έρωτα. Η πρώτη του γυναίκα η Μαρί Ελέν, με την οποία παντρεύτηκε το 1909, πέθανε έξι μήνες μετά από τον θάνατο του μοναδικού παιδιού τους σε ηλικία ενός έτους, μην αντέχοντας το βάρος της απώλειας

Στη συνέχεια γνώρισε και παντρεύτηκε την ηθοποιό, ποιήτρια και εκδότρια του περιοδικού «Νέος Παρθενών», Μαρίκα Φιλιππίδου, που ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής του.

Η Μαρίκα όμως τον χωρίζει για χάρη του Σταμάτη Μερκούρη, πατέρα της Μελίνας, και ο Αττίκ υποφέρει από κατάθλιψη. Ένα βράδυ μάλιστα στη «Μάνδρα» εμφανίζεται μαζί με τον καινούργιο σύζυγό της. Το κοινό ζητάει από τον Αττίκ να παίξει το «Είδα μάτια» ένα τραγούδι που είχε γράψει για εκείνη. Ο δημιουργός όμως δεν μπορεί αυτή τη φορά να τους κάνει τη χάρη. Αποσύρεται στο καμαρίνι του και επιστρέφει δέκα λεπτά αργότερα, κάθεται στο πιάνο και ερμηνεύει ένα ολοκαίνουριο τραγούδι: το «Ζητάτε να σας πω». Η Μαρίκα συγκινημένη φεύγει με δάκρυα στα μάτια κι ο Αττίκ στο πιάνο συνεχίζει την ωδή στη μεγάλη του αγάπη.

Αργότερα γνώρισε και παντρεύτηκε για τρίτη φορά τη Ρωσίδα χορεύτρια Σούρα, με την οποία και έζησε μέχρι τον θάνατό του. Το τραγούδι του «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες», ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα του συνθέτη, γράφτηκε όταν εκείνη αρρώστησε από τύφο και κινδύνεψε σοβαρά. Μάλιστα λέγεται ότι τους στίχους τους ολοκλήρωσε σε μια από τις παραστάσεις του με τη συνδρομή του κοινού, που του έδωσε την ιδέα να γράψει «βιόλες», μια λέξη που του έλειπε ως εκείνη τη στιγμή και δεν μπορούσε να ολοκληρώσει το τραγούδι.

Το 1944 πρωταγωνίστησε στη μουσική, δραματική ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, που με έναν τρόπο θεωρείται μια άτυπη βιογραφία του. Στην ταινία αυτή κουρασμένος από την Κατοχή και τις θηριωδίες του ναζισμου, ελάχιστα θύμιζε τον δυναμικό, ευφυή, παιχνιδιάρη δημιουργό της «Μάντρας».

Στις 29 Αυγούστου 1944, σκόνταψε κατά λάθος πάνω σε έναν Γερμανό στρατιώτη, ο οποίος τον χτύπησε άγρια. Μην αντέχοντας τη φρίκη του πολέμου, εκείνο το βράδυ ο Αττίκ, πήρε μεγαλύτερη ποσότητα από τα ηρεμιστικά βερονάλ, που κάθε βράδυ κατανάλωνε για να μπορεί να κοιμηθεί και «φεύγει» από τη ζωή σε ηλικία 59 χρόνων. Μαζί του τελείωσε και η ιστορία της «Μάντρας». Το έργο του όμως έμεινε πίσω να μας θυμίσει την μοναδική ποιότητα ενός ανθρώπου που έζησε και πέθανε ως γνήσιος καλλιτέχνης.

www.bovary.gr

Οι παράξενες ημέρες του Studio 54

Οι παράξενες ημέρες του Studio 54. Στιγμιότυπα από τα πάρτι και τους πρωταγωνιστές του θρυλικού club της Νέας Υόρκης που άφησαν ιστορία…

«Γιατί δε βάζετε εκεί πίσω, όπου χορεύουν, ένα οπλοπολυβόλο να τους γαζώσετε όλους;» Είπε ο Τρούμαν Καπότε, κάποτε. Διάλογοι και παρασκήνιο πίσω από την πιο αυστηρή πόρτα κλαμπ του κόσμου, του Studio 54.

Στιγμιότυπα από τα πάρτι και τους πρωταγωνιστές του Studio 54, όπως αποτυπώνονται στη συνέντευξη του Στιβ Ρούμπελ με τον Μπομπ Κολατσέλο, αρχισυντάκτη του «Interview», το 1977.

Κολατσέλο: Το είχες φανταστεί ποτέ πως θα συναντούσες όλους αυτούς τους ανθρώπους που έρχονται στην ντίσκο σου;

Ρούμπελ: Οχι, μου αρέσει όμως πάρα πολύ…

Κ.: Η Μπιάνκα, ο Μικ, ο Μπαρίσνικοφ, ο Ροντ Στιούαρτ…

Ρ.: Και πάει λέγοντας. Μου αρέσουν. Η διασκέδαση προέκυπτε πάντα από τα πρόσωπα και όχι από τα πράγματα. Αυτό θα γίνεται πάντοτε, ακόμη και αν δεν βγάζω φράγκο…

Κ.: Πώς λειτουργεί ο θεσμός των μελών;

Ρ.: Κοίταξε, μοιράζουμε κάρτες εισόδου, όλα όμως τελικά γίνονται με το… μάτι. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο στέκομαι στην πόρτα. Οι άνθρωποι με ρωτάνε: «Γιατί ταλαιπωρείς τον εαυτό σου και κάνεις εσύ τον πορτιέρη;». Μα αν αφήσω την πόρτα χωρίς τον δικό μου έλεγχο, ο κόσμος που θα μπει στην ντίσκο δεν θα είναι αυτός που εγώ θέλω. Υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων στους οποίους δεν επιτρέπεται η είσοδος. Ερχονται και μου λένε: «Είμαι εκατομμυριούχος από την Αριζόνα». Μα δεν με ενδιαφέρει τι είναι καθένας, από τη στιγμή που δεν έχει πλάκα, που δεν είναι αποφασισμένος να διασκεδάσει.

Κ.: Κάποιες γυναίκες μού έχουν πει πως δεν επιτρέπεις την είσοδο σε κοπέλες που δεν συνοδεύονται.

Ρ.: Δεν θέλω να γίνει το Studio 54 ένας χώρος για ψωνιστήρι. Πρέπει να έρχονται εδώ για να διασκεδάσουν και όχι για να βρουν ερωτικό σύντροφο.

Κ.: Σε γενικές γραμμές, είναι ένα γκέι μπαρ;

Ρ: Είναι μπαϊσέξουαλ. Πολύ μπαϊσέξουαλ. Πολύ, πολύ, πολύ μπαϊσέξουαλ. Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο επιλέγουμε τους θαμώνες. Θέλουμε να είναι όλοι εμφανίσιμοι και να έχουν διάθεση να διασκεδάσουν.

Κ.: Μπορούμε να σε φωτογραφίσουμε τη Δευτέρα;

Ρ.: Κανένα πρόβλημα.

(Μπαίνει ο Κερκ Ντάγκλας).

Κ.: Κύριε Ντάγκλας, να σας συστήσω τον Στιβ Ρούμπελ του Studio 54.

Ρ.: Χθες το βράδυ μάς επισκεφθήκατε.

Ντάγκλας: Μου αρέσει ο χώρος σας.

Ρ.: Είχαμε ένα πάρτι πιο νωρίς και είχα γυρίσει στο σπίτι μου για να κοιμηθώ δύο ωρίτσες. Με ειδοποίησαν πως ήσασταν στην ντίσκο και βιάστηκα να σας προλάβω. Είχατε φύγει όμως. Είχα έρθει γύρω στη μία.

Ντ.: Το διασκεδάσαμε ιδιαίτερα. Θα σας επισκεφθούμε πάλι.

Ρ.: Πόσο καιρό θα μείνετε στη Νέα Υόρκη;

Ντ.: Αναχωρώ το Σαββατοκύριακο.

Ρ.: Αν μπορείτε, προσπαθήστε να ξαναέρθετε. Θα ήθελα να σας έχουμε μαζί μας.

Ντ.: Θα έρθω να σας ξαναδώ. Να είστε καλά.

(Ο Κερκ Ντάγκλας φεύγει).

Κ.: Πώς αποφασίζεις ποιος θα μπει; Θυμάσαι, Αντι; Κάποτε μου είχες πει πως ο Στιβ έχει τους δικούς του κανόνες.

Αντι Γουόρχολ: Ναι. Πάντοτε όμως τους αλλάζει.

(Ερχεται η Μπιάνκα Τζάγκερ)

Μπιάνκα Τζάγκερ: Γεια σας, παιδάκια!

Κ.: Ηρθες καθυστερημένη, το Χόλιγουντ αποχώρησε.

Μ.Τ.: Χαίρομαι ιδιαίτερα. Ετσι δεν θα υπάρχει ανταγωνισμός. Τέλος πάντων! Εγώ επιτέλους τις κοιμήθηκα τις οκτώ ώρες μου.

Ρ.: Εγώ θα κοιμηθώ το απόγευμα. Πρέπει να το κάνω!

Γ.: Σε έχασα χθες το βράδυ, Μπιάνκα.

Μ.Τ.: Το ξέρω. Σε αναζητούσα παντού. Μου είχες πει πως θα πήγαινες στην Ιλέιν, και πήγα στην Ιλέιν.

Γ.: Εγώ τελικά πήγα για ένα ποτό. Μετά πέρασα από το Studio όπως με προέτρεπες στο μήνυμά σου. «Ελα στο Studio 54 στις 11.30 μ.μ.» έλεγες.

Μ.Τ.: Η τέλεια ώρα για διασκέδαση είναι ανάμεσα στις 11.30 μ.μ. και στις 2 π.μ. – 2 π.μ. είναι το όριο. Τότε πρέπει να βρίσκεσαι στο κρεβάτι σου.

(Η Μπιάνκα Τζάγκερ φεύγει).

Ρ.: Τώρα ετοιμάζουμε το πάρτι μας για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Είναι μια ολόκληρη παραγωγή. Θα κάνουμε τη… σφαγή της ημέρας του Αγίου Βαλεντίνου.

Τρούμαν Καπότε: Γιατί δε βάζετε εκεί πίσω, όπου μαζεύονται και χορεύουν, ένα οπλοπολυβόλο για να τους… γαζώσετε όλους;

Γ.: Αληθινό οπλοπολυβόλο;

Ρ.: Τις προάλλες, όταν έφαγα την τούρτα στη μούρη, προς στιγμήν σοκαρίστηκα. Ηταν μια φτηνή τούρτα.

Γ.: Εμένα μου έριξαν μία με γεύση κεράσι.

Τ.Κ.: Τι περίμενες, καμιά γαλλική σπεσιαλιτέ;

Έξω από το κτίριο της οδού 254 West 54th του Μανχάταν, ο συνωστισμός ήταν καθημερινός. Στην κεντρική είσοδο του «Studio 54», οι πορτιέρηδες διάλεγαν με προσοχή από το πλήθος, τα άτομα στα οποία επιτρεπόταν η είσοδος. Ξαφνικά, μέσα από τη ντισκοτέκ έβγαινε ο ένας από τους δύο ιδιοκτήτες, ο Στηβ Ρουμπέλ και με νευρικές κινήσεις έψαχνε μέσα στον κόσμο. «Εσύ και εσύ, μέσα» είπε σε δύο άνδρες με μουστάκια, που φορούσαν φόρεμα και φούστα αντίστοιχα. «Χρειάζεσαι καλύτερα ρούχα για να μπεις εδώ», «εσύ, πάρε το ταξί απέναντι, πήγαινε σπίτι να αλλάξεις και ξαναέλα», «γιατί δεν πας αλλού να πιείς ένα ποτάκι;», ήταν συχνά οι φράσεις που έλεγε στους υποψήφιους πελάτες. Όλοι τον εκλιπαρούσαν να μπουν μέσα στην ντίσκο, με τον δείκτη σηκωμένο σαν μικρά παιδάκια. 

Κάποιος έκανε νόημα σε μια κοπέλα που δούλευε στην πόρτα, για να περάσει μέσα. Αυτή τον κοίταξε και του είπε ότι ήταν κακοντυμένος και άσχημος. «Τι να βάλω δηλαδή;» ρώτησε. Η κοπέλα του έδειξε το μπουφάν της και του είπε «φόρεσε κάτι τέτοιο σαν το δικό μου». Ο πελάτης πήγε στα καταστήματα και αγόρασε ίδιο μπουφάν με την πορτιέρισσα. Το φόρεσε και όταν επέστρεψε, έφαγε πάλι πόρτα. «Μα γιατί; Έβαλα ότι μου είπες». «Ναι αλλά παραμένεις άσχημος!» του απάντησε. Το καψώνι, η ειρωνεία και η αλαζονεία ήταν κομμάτι του θρύλου της και τον συντηρούσαν με κάθε τρόπο. 

Κάποτε, ένας τύπος πήρε «διαρκείας» για την ντισκοτέκ από τον ιδιοκτήτη Στηβ Ράμπελ επειδή του άρεσε το μπλουζάκι του που έγραφε: «Fuck Studio 54». Η Γκρέις Τζόουνς φορώντας κάτι «λιτό», ξεφαντώνει στο Studio 54. Πολλοί που στήνονταν κάθε βράδυ απέξω, δεν κατάφεραν ποτέ, σε όλη τους τη ζωή, να μπουν στην ντισκοτέκ. Οι «επιλογές της πόρτας» είχαν σκοπό κάθε βράδυ να διασκεδάζουν μαζί διαφορετικές ομάδες ατόμων. Για παράδειγμα μια φορά, μια πολύ μεγάλη παρέα φοιτητών του Χάρβαρντ πήγε στο «Studio 54» για να διασκεδάσει. Μόλις τους είδαν, με τα ωραία κουστούμια και τις γραβάτες, τους έβαλαν αμέσως μέσα. Τις επόμενες ώρες, οι μόνοι που περνούσαν την πόρτα της ντίσκο ήταν τρανσέξουαλ. Οι ιδιοκτήτες ήθελαν να γλεντήσουν παρέα με τα παιδιά του Χάρβαρντ. ΟΆντι Γουόρχολ έλεγε, ότι στην πόρτα εφαρμοζόταν δικτατορία, αλλά εντός του καταστήματος υπήρχε η απόλυτη δημοκρατία. Συχνά, έξω από την ντισκοτέκ εμφανίζονταν διάφοροι απατεωνίσκοι με χάρτες στα χέρια, τους οποίους προσπαθούσαν να πουλήσουν στους υποψήφιους πελάτες. Οι χάρτες απεικόνιζαν διαδρομές στο υπόγειο σύστημα υπονόμων, που κατέληγαν εντός του «Studio 54». Φυσικά, η ντισκοτέκ αποτελούσε μόνιμη και αγαπημένη βάση των παπαράτσι.

Δείτε τι συνέβαινε πίσω από την αυστηρή πόρτα του Studio 54: 

Πηγή: tovima.gr / mixanitouxronou.gr / wikipedia.org

Τατιάνα Νιάρχου www.womantoc.gr

Η ιστορία των ερασιτεχνικών Ραδιοφωνικών Σταθμών στην ΕΡΤ 2!

Την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου στις 8 το βράδυ, και μέσα από τη συχνότητα της ΕΡΤ2, η σειρά ντοκιμαντέρ «Τα Στέκια» γυρίζει τον χρόνο πίσω και εστιάζει στην «χρυσή» εποχή του ερασιτεχνικού ραδιοφώνου στην Ελλάδα.

ΤΑ ΣΤΕΚΙΑ – Ιστορίες Αγοραίου ΠολιτισμούΜια σειρά του Νίκου ΤριανταφυλλίδηΕπεισόδιο: Οι Ερασιτεχνικοί Ραδιοφωνικοί Σταθμοί. Η έλευση του ραδιοφώνου στη ζωή των ανθρώπων εγκαινίασε μια μαγική εποχή. Ήδη, από τις αρχές του 20ου αιώνα και πριν την έναρξη της επίσημης ελληνικής ραδιοφωνίας οι παθιασμένοι λάτρεις του ραδιοφώνου κατασκεύαζαν «αυτοσχέδιους σταθμούς» σε απίθανα μέρη αποκτώντας φανατικούς ακροατές.

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 με την εισβολή του ροκ και την απουσία τέτοιων ακουσμάτων από το επίσημο ελληνικό ραδιόφωνο ορισμένοι ανήσυχοι νέοι αναλαμβάνουν να καλύψουν αυτό το κενό. Καταλαμβάνουν ταράτσες, πλυσταριά, υπόγεια και λοιπούς ελεύθερους χώρους, ανακατεύονται με τα ηλεκτρονικά, ξεπατικώνουν σχέδια δημιουργίας ραδιοφωνικών σταθμών που βρίσκουν από τα αντίστοιχα περιοδικά της εποχής, και ορθώνουν περήφανα τις κεραίες τους. Πρόκειται για τη χρυσή εποχή των ερασιτεχνικών ραδιοφωνικών σταθμών με τους ραδιοερασιτέχνες να αποτελούν τους λαϊκούς ήρωες της γειτονιάς τους.

Στους χώρους αυτούς που έχουν χαρακτηριστεί ως «χώροι προσκυνήματος» συντελούνταν μια μυστηριακή μουσική επικοινωνία. Εκεί η «νεόφερτη» μουσική και τα νέα μουσικά πρότυπα γίνονταν ευρέως γνωστά ενώ παράλληλα εκκολάπτονταν μέσω των αφιερώσεων φλογερά φλερτ, γεννιόνταν βαθιές φιλίες αλλά και άτυποι ανταγωνισμοί μεταξύ των ραδιοερασιτεχνών για το ποιος σταθμός ακούγεται πιο μακριά ή έχει το μεγαλύτερο κοινό. Από την άλλη, στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας, επιστρατεύονταν τα «πάντα αποτελεσματικά ραδιογωνιόμετρα» που εντόπιζαν τους ταραξίες της επιβαλλόμενης «κοινής ησυχίας» ξεκινώντας ένα αέναο κυνήγι μεταξύ των αστυνομικών και των «ραδιοφωνάκηδων» οι οποίοι μηχανεύονταν ευρηματικούς τρόπους διαφυγής. Το φαινόμενο δείχνει να γιγαντώνεται την στιγμή που κάποια ανήσυχα παιδιά δημιουργούν σταθμούς για να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων προετοιμάζοντας την ανατροπή της. Είναι τα παιδιά του Πολυτεχνείου αλλά και των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων της επαρχίας που αρθρώνουν την φωνή τους περήφανα και μαχητικά δίνοντας ζωή στο μετέπειτα ερασιτεχνικό «πολιτικό ραδιόφωνο» που ανθίζει στις αρχές του 80.

Οι ερασιτεχνικοί σταθμοί υπήρξαν πολλοί και διαφορετικοί ανταποκρινόμενοι σε όλα τα γούστα: Ροκ και λαϊκοί, σοβαροί και «νταλκαδιάρικοι», με διαφημίσεις ή χωρίς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι διαμόρφωσαν συνειδήσεις και αποτέλεσαν μια βαλβίδα αποσυμπίεσης στο κοχλάζουσα νεολαιίστικη ελληνική κοινωνία. Σήμερα οι ήρωες τους παραμένουν αειθαλείς και ακμαίοι εκμυστηρευόμενοι ότι θα ήταν έτοιμοι «να αμαρτήσουν ξανά» Οι πρωταγωνιστές των ερασιτεχνικών σταθμών μοιράζονται μαζί μας τις ενδιαφέρουσες ραδιοφωνικές ιστορίες τους. Μαζί μας θα βρίσκονται (με αλφαβητική σειρά) οι: Γιάννης Βαβλαδέλης (Ραδιοερασιτέχνης), Μάριος Blackman (Ραδιοφωνικός Παραγωγός), Θεόδωρος Δελαπόρτας («Charly», Πρώην Κατασκευαστής Ραδιοφωνικών Σταθμών), Πέτρος Εσκίογλου (Συνεργάτης Πανεπιστημίου Αθηνών), Χρήστος Κοκολιός (Ραδιοερασιτέχνης, Πρόεδρος Συλλόγου Ραδιοφωνίας ΑΜ), Κώστας Λογοθετίδης («Tequila», Ραδιοερασιτέχνης), Παναγιώτης Μαριολόπουλος «Κατεψυγμένα Ηλεκτρόνια», Αρχιτέκτων Μηχανικός), Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Συγγραφέας), Ανδρέας Ρουμελιώτης (Δημοσιογράφος, Συγγραφέας), Δημήτρης Παπαχρήστος (Συγγραφέας), Γιώργος Πολυχρονίου (Μουσικός Παραγωγός), Δημήτρης Πρωτοπαπάς (Jeronimo Groovy), Γιώργος Χατζηδάκης (Συγγραφέας) Συντελεστές Επεισοδίου Σενάριο – σκηνοθεσία: Ηλιάνα ΔανέζηΔιεύθυνση φωτογραφίας: Γιάννης Νέλσον Εσκίογλου. Μοντάζ: Δώρα Μασκλαβάνου. Ηχοληψία : Κώστας Κουτελιδάκης. Μίξη Ήχου: Δημήτρης ΜυγιάκηςΔιεύθυνση Παραγωγής: Τάσος Κορωνάκης. Οργάνωση παραγωγής: Ήρα Μαγαλιού. Μουσική σήματος: Blaine L. Reininger. Σχεδιασμός τίτλων αρχής / Motion Graphics: Κωνσταντίνα Στεφανοπούλου. Εκτέλεση Παραγωγής: Μαρίνα Ευαγγέλου Δανέζη για τη Laika Productions

Ραδιοερασιτέχνης ΑΜ από facebook

Επιμέλεια: Γιάννης Καστανάς www.phaseradio.gr

1 2 3 4 5 25